Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Η ΜΠΟΤΑ ΠΟΥ...ΧΟΡΕΥΕΙ.


Το παραμύθι με τον ταλαίπωρο άνθρωπο, που ο λυσσασμένος αέρας, όσο κι αν φυσά, αποτυγχάνει να τού αρπάξει το παλτό, ενώ ο καλοσυνάτος ήλιος το καταφέρνει μ' ένα και μόνο ζεστό χαμόγελο, το θυμάμαι ακόμα και σήμερα και το ‘χω μάλιστα και για παράδειγμα όταν αρχίζω τα νταλαβέρια με δύσκολους ανθρώπους.

Πείτε με όσο θέλετε αφελή, αλλά ακόμα πιστεύω ότι σε κάθε άνθρωπο υπάρχει ένα κουμπί, μια χορδή ευαισθησίας που όταν την βρεις και την αγγίξεις μπορεί και να τον κάνεις να λυθεί. Να αναλογιστεί έστω και στιγμιαία το μάταιο της ζωής του, να θυμηθεί ότι πριν πέσει στο βάλτο είχε γύρω του και κάποιους ανθρώπους που ένοιωθαν γι αυτόν αγάπη, ότι δεν μπορεί, κάπου θα βρίσκεται μια μάνα που ίσως ακόμα τα βράδια να στέκεται πίσω από την πόρτα και ν’ ανησυχεί, κάπου μπορεί να έχει και μια όμορφη γυναίκα που θα τον χαϊδεύει και θα τον αγκαλιάζει. Τι στο καλό, άνθρωποι είμαστε. Δεν γίνεται, όσο κι αν απομακρυνθεί κανείς από τη φύση του, σε κάποια κόγχη της ψυχής, κάπου μπορεί ακόμα να φωλιάζει μια ανάμνηση.

Αυτά σκέφτομαι κάθε φορά που βλέπω την αγέλη των ΜΑΤ, να μετατρέπεται για ψύλλου πήδημα σε αγριεμένη αγέλη λύκων, που θαρρείς τους είχαν στερημένο το φαΐ για έναν ολόκληρο χειμώνα. Μπουμπουλωμένοι πίσω από τις παραγεμισμένες τους στολές, με τις περικνημίδες και τα αλεξίσφαιρα γιλέκα, τα κράνη, τις ασπίδες και τα λοιπά εργαλεία, φαντάζουν σαν εξωγήινα τέρατα, με δυνάμεις υπεράνθρωπες και υπερφυσικές. Καμιά φορά στις πορείες μού ‘ρχεται στα ξαφνικά να τους φωνάξω δυνατά, "βρε παιδιά, τι κάθεστε εκεί απέναντι; δεν έρχεστε μαζί μας;". Παιδιά είναι τα περισσότερα, μπορεί και να ‘τανε δικά μου, σκέφτομαι. Κι έτσι, παραμυθιάζομαι, πως αν το φωνάξω από καρδιάς, πως αν τα κοιτάξω στα ίσα, στα μάτια, αυτά θα έρθουν. Βέβαια ούτε μπορούν ν’ ακούσουν, ούτε μπορούνε να δουν, μ’ όλα αυτά που έχουν φορτώσει στα κεφάλια τους, κι έτσι απογοητεύομαι ότι ματαιοπονώ.

Τους κοιτούσα χθες τ’ απόγευμα από κοντά, πριν μεταμορφωθούν και αγριέψουν, κι όταν ακόμα ήταν ήρεμοι και κατά τι πιο χαλαροί. Είχα την ίδια παρόρμηση. Πρόσωπα δεν μπορούσα να διακρίνω, παρατηρούσα όμως τα μπράτσα τους, που οι κοντομάνικες μπλούζες τα άφηναν γυμνά και τους επρόδιδαν. Δεν ήταν όλα μπράτσα στιβαρά αυτά που έβλεπα, παρά ανάμεσα ήτανε και κάποια αδύναμα χεράκια, που θα ΄ταν, δε θα ΄ταν εικοσάχρονα. Αγύμναστα, και τεμπέλικα, σχεδόν εφηβικά.

Ο κόσμος δίπλα φώναζε συνεχώς συνθήματα. «Λε-φτε-ριά, λε-φτε-ριά στην Πα-λαι-στί-νη» και πάλι «Λε-φτε-ριά, λε-φτε-ριά στην Πα-λαι-στί-νη». Κάποια παιδιά ανέμιζαν σημαίες της πατρίδας τους, τα μακάριζα για τους άξιους γονείς τους, που είχαν καταφέρει να τα βγάλουν έξω από τη φρίκη, νωρίς. Ήμουν ακόμα κοντά στη διμοιρία χαζεύοντας μια αυτούς, και μια το πλήθος. Κάτι τράβηξε κάποια στιγμή την άκρη του ματιού μου. Μια κίνηση, ένα ρυθμικό ανεβοκατέβασμα, ένα βαρύ πέλμα, μια μπότα, που στο «Λε» πήγαινε πάνω, και στο «φτε» κατέβαινε κάτω, που στο «ριά» ξανα-ανέβαινε, και στο «Λε» ξανακατέβαινε και προσγειωνόταν στην άσφαλτο, και πάλι μια πάνω, μια κάτω, πάνω το πέλμα στο «Πα», κάτω στο «λαι», έβλεπα μια μπότα που ακολουθούσε ασυναίσθητα το ρυθμό που τής έδιναν οι εκατοντάδες φωνές από δίπλα, αυτές οι φωνές που σε λίγο βίαια θα έσπευδε να τις σιγήσει.
Λες,να υπαρχει ελπιδα;              πηγη:e-synical.blogspot.com




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου