Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Τα θερινά σινεμά, οι αναμνήσεις και οι μουσικές τους


Της Αφροδίτης Παπακαλού

Σάββατο βράδυ στο Θησείο.
Η οδός Αποστόλου Παύλου -κλασική επιλογή για περατζάδα- είναι γεμάτη από κόσμο, φωνές και μουσικές.
Έξω από το σινεμά «Θησείο»περισσότερα από τριάντα άτομα περιμένουν υπομονετικά στην ουρά για να κόψουν εισιτήριο.

Σήμερα η ταινία «Υπόθεση Τόμας Κράουν», γράφει η αφίσα.
Σκέφτομαι πως ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να διαπιστώσω ιδίοις όμμασιν αν τελικά ο θερινός κινηματογράφος εξακολουθεί να αποτελεί επιλογή για την ψυχαγωγία των Ελλήνων.
Όπως φαίνεται, έχει ακόμα και σήμερα φανατικούς θαυμαστές, σε πείσμα όσων κάθε χρόνο τέτοια εποχή τού κάνουν το καθιερωμένο μνημόσυνο.


Μέχρι ν’ αρχίσει η ταινία χαζεύω όσους κάθονται γύρω μου.
Άνθρωποι κάθε ηλικίας, από μικρά παιδιά στην αγκαλιά των γονιών τους, εφήβους -που, έστω για ένα βράδυ, δεν επέλεξαν το home cinema ή έναν κινηματογράφο Multiplex- μέχρι νεαρά ζευγάρια και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.
Οι τελευταίοι έζησαν το θερινό σινεμά στην άνθησή του.
Γελούσαν και δάκρυζαν με όσα έβλεπαν στο πανί, έδιναν τα πρώτα τους ραντεβού και τα πρώτα αθώα φιλιά με πασατέμπο, γκαζόζα και λεμονάδα.

«Γράμματα, χασάπη!»
Οι πρώτοι θερινοί κινηματογράφοι χρονολογούνται στα τέλη της δεκαετίας του 1910.
Η οθόνη και η καμπίνα προβολής, οι καρέκλες και το αναψυκτήριο ήταν ό,τι απαιτείτο για τη λειτουργία τους.
Τα πρώτα χρόνια οι θεατές δεν έκοβαν εισιτήριο, αλλά έπρεπε να αγοράζουν κάποιο ποτό, στην τιμή
του οποίου περιλαμβανόταν και το αντίτιμο για την ταινία.
Το εισιτήριο καθιερώθηκε το 1937. Από τα πρώτα θερινά σινεμά ήταν το «Θησείον», η «Μπομπονιέρα», η «Ελληνίς», η «Ηλέκτρα» και η «Αελλώ».
Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 λειτουργούσαν περισσότεροι από 300 θερινοί κινηματογράφοι,  με τους περισσότερους «βαπτισμένους» με γυναικεία ονόματα.
Σύμφωνα με μαρτυρίες των μεγαλυτέρων, όταν κατά την προβολή ξένης ταινίας ο μηχανικός προβολής δεν κεντράριζε καλά την εικόνα στην οθόνη, με αποτέλεσμα να «κόβονται» από κάτω οι υπότιτλοι, οι θεατές φώναζαν «γράμματα, χασάπη!»
Τη μεγαλύτερη άνθηση οι θερινοί κινηματογράφοι τη γνώρισαν στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όταν το φιλοθέαμον κοινόν συνέρεε για να παρακολουθήσει ταινίες από το Χόλιγουντ και την Τσινετσιτά μέχρι τη Φίνος Φιλμ.
Στις δόξες της ήταν και η ινδική κινηματογραφική βιομηχανία, με τη Ναργκίς, αλλά και πολλές δακρύβρεχτες ελληνικές ταινίες με τον Νίκο Ξανθόπουλο και τη Μάρθα Βούρτση.

«Σινεμά η… αφραγκία»
Και τι δεν σκαρφίζονταν οι πιτσιρικάδες της εποχής για να παρακολουθήσουν μια ταινία
. Ο Κωνσταντίνος Σωτηρόπουλος, κάτοικος του Κεραμεικού, θυμάται: «Το1959 ήμαστε μια παρέα τεσσάρων παιδιών και θέλαμε να παρακολουθήσουμε την ταινία “Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές”. Χρήματα δεν είχαμε. Για καλή μας τύχη δίπλα από τον κινηματογράφο “Ήβη” στου Ψυρρή, όπου παιζόταν η ταινία, χτιζόταν μια οικοδομή και παρακαλέσαμε τον οδηγό του εκσκαφέα να μας βάλει μέσα στη “φαγάνα” για να δούμε το έργο. Παρακολουθήσαμε όλη την ταινία από ψηλά».

«Άλλες φορές κολλούσαμε δύο αποκόμματα εισιτηρίων, που παίρναμε από εκείνους που είχαν δει την ταινία, ενώ πολλές φορές πηδούσαμε από τον τοίχο, όταν είχε ήδη αρχίσει η ταινία».

«Ο κόσμος έβαζε τα γιορτινά του και πήγαινε στα θερινά με το γιασεμί να καλωσορίσει το καλοκαίρι. Ο πασατέμπος και το σάμαλι έκλαιγαν από χαρά.
Το φεγγάρι χόρευε πάνω από την οθόνη και πρόσταζε το μηχανικό ν’ αρχίσει το έργο».

Αυτές είναι οι αναμνήσεις όσων είχαν την τύχη να γνωρίσουν τα θερινά σινεμά στην άνθησή τους.
«Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 λειτουργούσε μεγάλος αριθμός θερινών κινηματογράφων στην περιοχή του Αιγάλεω», θυμάται ο κύριος Βαγγέλης Δημητρίου. «Τιτάν», «Ηραίον», «Άστρον», «Βέρα» είναι κάποιοι από αυτούς.
«Το ’60 ως πιτσιρικάς δεν είχα χρήματα και σκαρφαλώναμε στη μάντρα στο σινεμά που ήταν δίπλα από τα έπιπλα Ταμπακίδη».

«Άρχισαν τα όργανα»
Τα πρωινά της Κυριακής τη δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν αφιερωμένα στο ελληνικό τραγούδι. «Στο σινεμά “Αφροδίτη” στο Αιγάλεω, 10 με 1 το πρωί, δίναμε 5 δραχμές και  βλέπαμε τον Σπύρο Ζαγοραίο, τη Βίκυ Μοσχολιού, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την Τζένη Βάνου», αναφέρει ο κύριος Δημητρίου. «Τα απογεύματα πηγαίναμε στο “Αλάμπρα”. Εκεί ερχόταν ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Νίκος Ξανθόπουλος».
«Στον “Θησέα” στα Πετράλωνα με 6 δραχμές το εισιτήριο ακούγαμε τον Στέλιο Καζαντζίδη με τη Μαρινέλλα και τον Σπύρο Ζαγοραίο
. Το εισιτήριο ήταν πιο ακριβό από αυτό για την ταινία, αλλά άξιζε», αναφέρει ο κύριος Σωτηρόπουλος. Ακόμα και όσοι δεν παρευρέθηκαν σε κάποιο από τα γλέντια στα θερινά σινεμά, έχουν συνδέσει τις βραδιές τους με τραγούδια της εποχής. Από Σοφία Βέμπο και Φώτη Πολυμέρη έως Στέλιο Καζαντζίδη, Βούλα Πάλλα και Μανώλη Αγγελόπουλο, που απέδιδαν τραγούδια του ινδικού κινηματογράφου ο οποίος ήταν στις δόξες του τις δεκαετίες του ’50 και του ’60.
«Σε διάφορες στιγμές του έργου, όταν το δράμα ή η χαρά κορυφωνόταν, οι ήρωες τραγουδούσαν εκφράζοντας με αυτό τον τρόπο τα συναισθήματά τους», αναφέρει η Αναστασία Παπαναστασίου, κάτοικος του Ταύρου.
«Η περιοχή ήταν προσφυγική και στο σινέ Μασκώτ -συνεργείο σήμερα- έπαιζαν πολλές ταινίες με τη Ναργκίς
. Στα διαλείμματα ακούγαμε το Όσο αξίζεις εσύ, τη Μαντουμπάλα, Αυτή η νύχτα μένει, Λίγο λίγο θα με συνηθίσεις»
. Κοντά στη γέφυρα της Καλλιθέας το θερινό σινεμά «Άννα» -πλέον πολυώροφο κατάστημα φωτιστικών- έπαιζε κυρίως ταινίες από τον ιταλικό κινηματογράφο. Στα διαλείμματα ακούγονταν τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι αλλά και του Νέου Κύματος.

«Μάθημα ιστορίας κινηματογράφου»

«Για ’μένα, τα θερινά σινεμά ήταν, στα νεότερά μου χρόνια, κυριολεκτικό “σχολείο”, όπου κάθε καλοκαίρι παραδίδονταν μαθήματα ιστορίας κινηματογράφου», λέει ο δημοσιογράφος Δημήτρης Σταματίου.
«Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόλαβα τη μεγάλη τους άνθηση, αφού πέρασα την εφηβεία μου στη δεκαετία του ’80.
Ωστόσο, ακόμα και τότε, ο αριθμός τους ήταν σημαντικός και οι επιλογές σχεδόν ατελείωτες. Μπορούσε κάποιος την ίδια μέρα να επιλέξει μεταξύ του “Στάλκερ” του Ταρκόφσκι, του “Σχιζοφρενή δολοφόνου με το πριόνι”, και της “Γοητείας της αμαρτίας”, του Βισκόντι».
«Σε θερινά σινεμά είχα την ευκαιρία να δω εκατοντάδες ταινίες που σήμερα είναι σχεδόν αδύνατον να τις βρει κανείς έξω από ταινιοθήκες ή κάποια παράξενη “γωνιά” του Διαδικτύου», συμπληρώνει.
Όσο για τα ανέκδοτα από τις προβολές, δεν έχουν τέλος: «Το πιο αστείο που μου συνέβη ήταν κατά τη διάρκεια της προβολής της “Απειλής”, του Τζων Κάρπεντερ, σε ένα θερινό στην Κυψέλη.
Στη διπλανή πολυκατοικία, κάποιος καθάριζε ή έπλενε - ήταν αδύνατον να καταλάβουμε τι. Ωστόσο, καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου ακούγαμε να τρέχουν και να χύνονται νερά, κάνοντας πολύ θόρυβο. Όπως καταλαβαίνετε, παρότι το έργο είναι ιδιαίτερα τρομακτικό, όλο το σινεμά είχε ξεραθεί στα γέλια…»

Η πρώτη «κινηματογραφική» ανάμνηση
«Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη ταινία που είδα σε θερινό κινηματογράφο
. Δεν είχε τίτλο, ήταν βουβή, και οι πρωταγωνιστές της είναι παντελώς άγνωστοι σε αυτό που λέμε “κοινό”. Και για να ακριβολογήσω, τους ξέρω μόνον εγώ.
Ήταν πολλά χρόνια πριν, το 1966 ή 1967, στο χωριό μου, και εγώ ήμουν 6 ή 7 χρονώ», θυμάται η, επίσης δημοσιογράφος, Αθανασία Σταύρου. «Ήταν τέλη Μάη με αρχές Ιούνη όταν “ήρθε το ρεύμα στο χωριό”.
Το πρώτο βράδυ, λοιπόν, που τα φώτα του ηλεκτρισμού εισέβαλαν στην “επικράτειά” μας, εγώ την έβγαλα έξω από το μαγαζί μας. Ώρες ολόκληρες, κάτω από τα αστέρια, παρακολουθούσα τη μάνα μου, τους πελάτες και τους γείτονες που είχαν μαζευτεί για να γιορτάσουν το μεγάλο γεγονός. Τους έβλεπα να κινούνται, να χειρονομούν, να μιλάνε, χωρίς να ακούω τι λένε. Ήταν σαν να τους έβλεπα για πρώτη φορά».
«Λίγα χρόνια αργότερα, στην Αθήνα πια, όταν είχα την πρώτη μου επαφή με τον θερινό κινηματογράφο, συνειδητοποίησα ότι αυτό το… έργο το είχα ξαναδεί και μάλιστα σε ιδιωτική προβολή. Από τότε είμαι τακτική θαμώνας των θερινών κινηματογράφων».

Για την κ. Σταύρου «η επιλογή του έργου δεν παίζει σημαντικό ρόλο για την έξοδό μου στο θερινό σινεμά.
Έχω δει κάθε είδους ταινίες, αισθηματικές, μυστηρίου, αστυνομικές, κωμωδίες, θρίλερ, ταινίες σινεφίλ και βέβαια γουέστερν, ακόμα και γουέστερν σπαγγέτι.
Την εποχή της εφηβείας μου, μάλιστα, τα τελευταία ήταν στις δόξες τους».

«Όμως για ’μένα αυτό που μετράει και που με φέρνει στους θερινούς κινηματογράφους είναι η αίσθηση της άνεσης, της απλότητας και της γειτονιάς που χαρακτηρίζει τους συγκεκριμένους χώρους. Μου αρέσουν οι θαμώνες που είναι χαλαροί, με το πρώτο μαύρισμα στο δέρμα, φοράνε βερμούδες, σορτσάκια, μπλουζάκια με έντονα χρώματα.
Μυρίζουν θάλασσα και καλοκαίρι.
Οι γάτες που μπλέκονται στα πόδια σου, χάνονται στις αναρριχώμενες πρασινάδες και αλωνίζουν αμέριμνες στον χώρο
 . Μου αρέσει ο ήχος από το μεταλλικό κουτί της μπίρας που ανοίγει ο διπλανός, οι χαμηλόφωνες συζητήσεις, και καβγάδες καμμιά φορά, από τις διπλανές πολυκατοικίες.
Και βέβαια μου αρέσει που μπορώ να απολαμβάνω, το υπό διωγμόν πια, τσιγαράκι μου κάτω από τα άστρα και το φεγγάρι».

«Καρέκλες άδειες στα θερινά τα σινεμά»
Η εμφάνιση της τηλεόρασης στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στη συνέχεια του βίντεο ανάγκασαν πολλούς ιδιοκτήτες να βάλουν λουκέτο
. Στην οδό Πλάτωνος στο Αιγάλεω το σινέ «Άρης» έχει γίνει σούπερ μάρκετ.
Στη λεωφόρο Θηβών λειτουργούσε το σινεμά «Βέρα» και στην Ιερά Οδό το «Ντάλια».
Από τα τελευταία θερινά της περιοχής ήταν το «Άνταμς», και αυτό στην Ιερά Οδό το οποίο έκλεισε προ τριετίας και τη θέση του πήρε ένα εμπορικό κέντρο
. Στην Οδό Θεσσαλονίκης στα Άνω Πετράλωνα ο κινηματογράφος «Άσσος» είναι και αυτός πλέον σούπερ μάρκετ.
Παρελθόν αποτελεί και ο «Παρθενώνας», στο τέρμα της οδού Τριών Ιεραρχών στα Πετράλωνα, και ο «Θησέας» στην οδό Κειριαδών στην ίδια περιοχή.
Στον Βοτανικό έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80 υπήρχαν δύο σινεμά. Η «Αριάδνη», στην οδό Ορφέως, και η «Αφροδίτη», πίσω από το Μουσείο Μπενάκη, που δεν τα κατάφερε ούτε και μετά τη μετατροπή της σε σινεμά πολυτελείας στα τέλη της δεκαετίας του ’90.
Λίγο παρακάτω το σινεμά «Περουζέ», στη συμβολή της Καβάλας με την Κωνσταντινουπόλεως, είναι πλέον συνεργείο αυτοκινήτων, και το «Λουξ» στη λεωφόρο Αλεξάνδρας πολυκατοικία.

Φέτος άλλο ένα «ιστορικό» θερινό σινεμά, η «Άνοιξη» στο Νέο Ηράκλειο, δεν άνοιξε τις πόρτες της. Στη μνήμη των κατοίκων παραμένει το φεστιβάλ που είχε διοργανωθεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 από την πιτσιρικαρία του Πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου: με 20 δραχμές μια ταινία την ημέρα και «παρέλαση» από  Βέντερς, Μπέργκμαν, Αντονιόνι, Φερέρι, Κόπολα, Φελίνι, Τρυφώ, Γκοντάρ… Σπουδαίες ταινίες καθ’ εκάστην…

Προσπάθεια σωτηρίας
Τυχερός μέσα στην ατυχία του στάθηκε το σινέ «Λαΐς», στην αρχή της Μεγάλου Αλεξάνδρου στον Κεραμεικό.
Ο κινηματογράφος, που ανήκε στον κινηματογραφιστή Σπύρο Ανέστη, είχε χωρητικότητα 600 θέσεων, ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1948 και έκλεισε το 1975.
Σύμφωνα με τις εφημερίδες των δεκαετιών 1950 και 1960 το «Λαΐς» είχε εβδομαδιαίο πρόγραμμα με τρεις ταινίες και δύο καθημερινές προβολές.
Κατά διαστήματα γίνονταν τιμητικές βραδιές σε ηθοποιούς και μουσικούς, και για μια περίοδο και καλλιστεία.
Το κτίριο έχει διατηρήσει όλα τα δομικά στοιχεία του υπαίθριου κινηματογράφου (οθόνες, βοηθητικοί χώροι και μπαρ, καμπίνα προβολής, είσοδος και κλιμακοστάσιο) και θα στεγάσει την Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Ο συγκεκριμένος κινηματογράφος είναι ένας από τους 47 διατηρητέους με απόφαση που έλαβε το 1997 ο τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Κώστας Λαλιώτης.

Σύμφωνα με στοιχεία της Πανελλήνιας Ένωσης Επαγγελματιών Θερινών Σινεμά, στην Αττική λειτουργούν 98 θερινοί κινηματογράφοι, στη Θεσσαλονίκη 8 και στην υπόλοιπη Ελλάδα 12. Το καλοκαίρι του 2008 κόπηκαν 1.200.000 εισιτήρια.

Της μιας δραχμής τα γιασεμιά

Είναι το λουλούδι που έχει ταυτιστεί με τα θερινά σινεμά.
Η μυρωδιά του είναι βαθιά χαραγμένη στη μνήμη όλων μας.
Ακόμα και σήμερα, που ορισμένα από αυτά διαφέρουν αρχιτεκτονικά από τα παλαιότερα, με σύγχρονο εξοπλισμό και ξύλινα πατώματα, το άρωμά του είναι εκεί να μπερδεύεται με τη μυρωδιά του ποπ κορν, της φρεσκοψημένης τυρόπιτας και την ευωδία του αγιοκλήματος στους τοίχους που μέσα τους «κρύβουν» τη μαγεία της Έβδομης Τέχνης.

Παλιότερα το θερινό σινεμά ήταν επίσης ταυτισμένο με το χαλίκι, τις ξεβαμμένες από τον ήλιο και τον καιρό καρέκλες, τις «πετσοκομμένες» κόπιες που, όμως, σε τίποτα δεν αφαιρούσαν από την εμπειρία της θέασης, τις παγωμένες μπίρες και τα τσιγάρα που άναβαν κι έσβηναν με ταχύτητα πλήρως εξαρτώμενη από το σασπένς του έργου
. Α, και για τους πιο ευαίσθητους από εμάς και με τα κουνούπια που εύρισκαν ευκαιρία να τραφούν από τους ανυποψίαστους σινεφίλ…


Σωτήρης Ρίγγας, συνιδιοκτήτης των θερινών κινηματογράφων «Ριβιέρα», «Βοξ», «Αθηναία», «Παναθήναια».
Πώς έχει κυλήσει μέχρι στιγμής η σεζόν;
Από τις 14 Μαΐου, όταν άρχισε, πηγαίνει καλά. Σε αυτό συνέβαλε και ο καιρός που ευτυχώς μέχρι στιγμής δεν μας έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα. Υπάρχουν, βέβαια, και καλές ταινίες που αξίζει να έρθει κάποιος να δει.

Ποια είναι η ηλικιακή ομάδα που επιλέγει για την έξοδό της τα θερινά σινεμά;
Όλες οι ηλικίες επιλέγουν το θερινό σινεμά. Ωστόσο, η ταινία είναι που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την ηλικία των θεατών. Υπάρχουν ταινίες που απευθύνονται στη νεολαία και άλλες σε μεγαλύτερες ηλικίες. Για παράδειγμα, τις προηγούμενες ημέρες προβλήθηκε «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο». Οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας αποτέλεσαν την πλειονότητα του κοινού σε αυτή την περίπτωση.

Οι θερινοί κινηματογράφοι έχουν ξεπεράσει την κρίση;

Δεν την έχουν ξεπεράσει. Για να λειτουργήσουν τα θερινά σινεμά απαιτούνται πολλές θυσίες. Κυρίως προσωπική εργασία. Συνήθως παίρνουν, έναν μηχανικό και για τα υπόλοιπα, όπως την πόρτα, το μπαρ και το ταμείο, βάζουν άτομα της οικογένειάς τους. Μάλιστα, οι ίδιοι καθαρίζουν και τον χώρο. Από την άλλη, είναι και το ενοίκιο που πληρώνει ο καθένας. Σαφώς και η κρίση δεν έχει ξεπεραστεί.

Δεδομένου ότι είστε συνιδιοκτήτης σε τέσσερεις κινηματογράφους, ποιες είναι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζετε;
Αρχικά θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν λείπω ποτέ από τον κινηματογράφο.
Πολλές φορές μπορεί να κάνω δύο δουλειές ταυτόχρονα. Αν, για παράδειγμα, δεν έχει κόσμο μπορεί να κόβω εισιτήρια και να είμαι και στο μπαρ.
Δεν υπάρχει μέρα που θα λείψω. Είμαι πάντα σε κάποιον από τους τέσσερεις.
Χωρίς προσωπική εργασία οι περισσότεροι θερινοί δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν.
Το ίδιο έκανε και ο θείος μου, που ήταν μηχανικός.
Γνωρίζω ότι το ίδιο κάνουν και άλλοι συνάδελφοι.
Είμαστε και λίγο δέσμιοι του καιρού. Προσωπικά, φοβάμαι τον καιρό περισσότερο και από έναν αγώνα ποδοσφαίρου ή τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Είναι εποχική δουλειά και οι μέρες είναι περιορισμένες. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε από βροχές μέχρι καύσωνα. Πριν από δύο χρόνια, που η θερμοκρασία έφτασε τους 40 βαθμούς, μας έκανε μεγάλη ζημιά.

Για το μέλλον είστε αισιόδοξος;
Είμαι πάντα αισιόδοξος. Το θερινό είναι κάτι διαφορετικό. Αν και, όπως προανέφερα, υπάρχουν δυσκολίες, δεν θα σβήσει ποτέ και θα αποτελεί μία από τις επιλογές μας για τα βράδια του καλοκαιριού.
Είναι διαφορετική η αίσθηση από έναν χειμερινό. Προσφέρει μια μορφή διασκέδασης μέσα στην Αθήνα που δεν μπορεί να τη βρει ο κόσμος κάπου αλλού. Αυτή η διαφορετικότητα είναι που με κάνει αισιόδοξο.

Τι αναμνήσεις έχετε από τα παιδικά σας χρόνια;
Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου ήμουν μέσα σε κινηματογράφους.
Ως πιτσιρικάς είχα προλάβει πολλά. Για παράδειγμα, όταν έμπαιναν και πουλούσαν πασατέμπο ή ποτά. Τότε τα θερινά γέμιζαν πολύ περισσότερο
. Θυμάμαι ότι βάζαμε επιπλέον καρέκλες για να βλέπει ο κόσμος, και τις γύρω ταράτσες γεμάτες για να παρακολουθούν την ταινία.
Τότε δεν υπήρχαν πολλές εναλλακτικές μορφές διασκέδασης και οι θεατές ήταν πολύ περισσότεροι. Επίσης, μην ξεχνάμε ότι το θερινό σινεμά ήταν και θα παραμείνει ένα είδος διασκέδασης που δεν κοστίζει πολύ.

Με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή των τραγουδιών που ακούμε στα σινεμά;
Εξαρτάται από τον επιχειρηματία αλλά και από την ταινία που παίζεται κάθε φορά. Εμείς κατά κύριο λόγο προτιμάμε τα ελληνικά τραγούδια. Άλλοι επιλέγουν να βάζουν soundtracks. Είναι καθαρά προσωπική η επιλογή.

Τα τραγούδια του διαλείμματος, χθες και σήμερα…

Ιδού μερικά από τα τραγούδια που ακούγονταν στα διαλείμματα των προβολών στα θερινά σινεμά της δεκαετίας του ’50 και του ’60, όπως τα θυμούνται οι παλαιότεροι θαμώνες τους:

Πόσο η ζωή είναι ωραία, Σοφία Βέμπο
Το τανγκό της Αθήνας, Μελίντα
Άδικα πήγαν τα νιάτα μου, Αττίκ
Το κορίτσι, το βεσπάκι μου κι εγώ, Φώτης Πολυμέρης
Άσ’ τα τα μαλλάκια σου, Φώτης Πολυμέρης
Μια κότα στρουμπουλή, Νίκος Γούναρης
Σε είδα να κλαδεύεις, Νίκος Γούναρης
Ο μήνας έχει εννιά, Κορώνης - Φίλανδρος
Το τραμ το τελευταίο, Κορώνης- Φίλανδρος
Ανάθεμα την μπούκλα σου, Ντίνος Ηλιόπουλος, Νίκος Οικονομίδης
Δεν πάω σπίτι μου απόψε, Τρίο Κιτάρα
Μ’ αρέσει αυτό το σύστημα, Τρίο Κιτάρα
Το μάμπο, Τρίο Κιτάρα
Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη, Τώνης Μαρούδας
Απότομα, Μαίρη Λίντα - Μανώλης Χιώτης
Ζιγκουάλα, Στέλιος Καζαντζίδης

Είναι προφανές ότι όσο οι δεκαετίες περνούσαν το ρεπερτόριο άλλαζε.
Σήμερα το πιθανότερο είναι κάποιος να ακούσει σε οιοδήποτε θερινό σινεμά κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, ή μεταξύ δύο προβολών, είτε μουσική από τον κινηματογράφο (από τη μουσική του Μορικόνε για το «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος» έως το βασικό θέμα από τον «Τελευταίο των Μοϊκανών») είτε τραγούδια που σφράγισαν κλασικές κινηματογραφικές ταινίες («Che sera, sera», «Singing in the rain», «Diamonds are forever», μέχρι και σε μια περίπτωση, όπου ο υπεύθυνος είχε έμπνευση, το «Supercalifragilisticexpialidocious» από τη «Μαίρη Πόπινς». Τι να πει κανείς…)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου