Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Στο λακκο με τα κωλοπαιδα

Tης Ντίνας Δασκαλοπούλου / dina.daskalopoulou@gmail.com


 Έτσι κι αλλιώς, ντρέπομαι που ζω σ' αυτήν τη χώρα. Σε λιώνει μέρα με τη μέρα, ρουφάει όλη σου την ενέργεια για ζωή και σ' αφήνει εξαντλημένο. Κοίτα, Έλληνα, το σαπισμένο σου κουφάρι πάνω στον καθρέφτη και θαύμασε την κοινή και κενή ζωή σου. Γιατί εσύ, μαμά, μπαμπά, κατέστρεψες τα όνειρα της σκεπτόμενης γενιάς μου, αυτών των 20άρηδων που έχουν ακόμα όνειρα. Δεν θα το δεχτώ. Θα φύγω...Έχετε γεια... από γράμμα αναγνώστριας.

Δεν γίνεται να μην τον έχεις συναντήσει. Μπορεί να είναι ο αδερφός, ο κολλητός, ο γκόμενος, ο συνάδελφος, ο βουλευτής ή ο υπουργός που βγαίνει στο δελτίο των 8. Άνθρωποι χωρίς όρια, που δεν ξέρουν στοιχειωδώς να χρησιμοποιήσουν βασικές έννοιες του πολιτισμού: ευχαριστώ, παρακαλώ, συγγνώμη. Αήθεις μικροί πρίγκιπες και κακομαθημένες πριγκίπισσες που πιστεύουν πως ο κόσμος / ο δρόμος / το κράτος / η οικογένεια / οι άλλοι άνθρωποι δεν είναι παρά σκηνικό ή κομπάρσοι στη μεγαλειώδη τους πορεία προς το μέλλον. Οι άλλοι δεν έχουν συναισθήματα, οι άλλοι δεν έχουν προβλήματα, οι άλλοι δεν έχουν επιθυμίες. Κι επίσης, όταν κάτι πάει στραβά, φταίνε πάντα αυτοί οι ίδιοι άλλοι.

Όπως, ας πούμε, οι πολίτες αυτής της χώρας. Διότι, όπως μας είπε ο κύριος Πάγκαλος (πόσο θλιβερός ο συνδυασμός της φράσης με την εικόνα...) «μαζί τα φάγαμε», κι οι ψηφοφόροι φταίνε για τη διαφθορά διότι «πίεζαν τους βουλευτές για ρουσφέτια». Τόσο θρασύς, τόσο χυδαίος, τόσο ανερμάτιστος. Εν τέλει, τόσο βαθιά αυτιστικός όσο η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων του. Ως άλλες Μαρίες Αντουανέτες, αφού διέρρηξαν το κοινωνικό συμβόλαιο, αφού άλλαξαν την ίδια τη φύση του πολιτεύματος, αφού σοδόμισαν ένα κράτος κι αφού ανασκολόπισαν κάθε έννοια δικαίου, στερημένοι πια από την παραμικρή νομιμοποίηση, κυκλοφορούν συνοδεία φουσκωτών και αστυνομικών, κλαίγονται στα τηλεπαράθυρα ότι δεν μπορούν να φάνε ούτε σε ταβέρνα – και για την ταμπακιέρα τίποτα. Ακριβώς την ίδια αντίδραση είχαν και οι Αμερικανοί όταν καταρρίφθηκαν οι Δίδυμοι Πύργοι: «Μα γιατί μας μισούν;» Αφελές, ανεύθυνο, πολύ βολικό εν τέλει.
 
Υπάρχει ένα στιχάκι του Σαββόπουλου που λέει «μια τσογλανοπαρέα μού κάνει κριτική». Ακριβώς αυτό ζούμε εδώ και μήνες: πρώτα κάποιοι καταλήστεψαν τη χώρα, μετά τη βύθισαν σε ένα ατελείωτο ηθικό και πνευματικό σκοτάδι, της έκλεψαν κάθε ελπίδα, της στέρησαν την αξιοπρέπεια, και τώρα έρχονται (αυτοί που δεν έκοψαν ευρώ από το μισθό τους, αυτοί που κυκλοφορούν με τα υπουργικά τους αυτοκίνητα, αυτοί που έγιναν πλούσιοι... υπηρετώντας το κοινό συμφέρον, αυτοί που έχουν λύσει το πρόβλημα και για τα εγγόνια τους) να μας πουν πως εμείς φταίμε και πως θα μας κάνουν για άλλη μια φορά τη χάρη να μας σώσουν!
 
Αυτό δεν είναι ένα ψύχραιμο κείμενο.Φαντάζομαι ότι εάν το διάβαζε κάποιος από τους εθνοπατέρες θα μου τράβαγε το αφτί για... λαϊκισμό. Δεν πειράζει. Αυτό δεν θέλει να είναι ένα ψύχραιμο κείμενο. Όταν σου γαμούν το σπίτι δεν είσαι χαλαρός, όταν σου σμπαραλιάζουν τη ζωή δεν είσαι νηφάλιος, όταν ξεφτιλίζουν τη γιαγιά σου δεν επιχειρηματολογείς, όταν φρικάρουν τους γονείς σου δεν διαπραγματεύεσαι. Και, πιο πολύ από όλα, όταν στερούν από τη Μυρτούλα που είναι 1,5 έτους μια ζωή όπως της άξιζε, ε, τότε δεν αξίζει καν να το παίζεις πολιτισμένος.
 
Τους τελευταίους μήνες, όποτε συναντιέμαι με τους γονείς μου, γινόμαστε μπίλιες. Στην αρχή. Γιατί μετά τα επιχειρήματα είναι τόσο συντριπτικά, που εκείνοι σκύβουν το κεφάλι. Μου πήρε καιρό για να καταλάβω πως είμαι έξαλλη – όχι με τους γονείς μου που ερωτεύτηκαν τον παρισινό Μάη, αντιστάθηκαν στη χούντα, κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο, μπόρεσαν να πάνε στο πανεπιστήμιο μόνο μετά το '75 γιατί είχαν και οι δύο φάκελο στην Ασφάλεια. Είμαι θυμωμένη με όλους αυτούς που καπηλεύτηκαν μια γενιά ολόκληρη, τα οράματα και τις αγωνίες της και μας κατάντησαν να μιλάμε τώρα για «την καταραμένη γενιά του Πολυτεχνείου». Αλήθεια, πώς πάνε τα ψάρια και η Κοινή Αλιευτική Πολιτική, κυρία Δαμανάκη;
 
Η τέχνη του κοινωνικού αυτοματισμού έχει φτάσει σε υψηλότατα επίπεδα: για τα παιδιά φταίνε οι γονείς τους. Για τους κατοίκους του Αγίου Παντελεήμονα φταίνε οι ξένοι. Για τους φαρμακοποιούς φταίνε οι φορτηγατζήδες. Για τους μπλε φταίνε οι πράσινοι και τούμπαλιν. Ψάχνουμε όλοι αριστερά και δεξιά τον φταίχτη. Ο φταίχτης, όμως, κάθεται ψηλά και με το τεράστιο βάρος των 200 κιλών του και την πανάλαφρη συνείδησή του εκτοξεύει ριπές εναντίον όλων μας.
 
Θεωρούσα πάντα τον εαυτό μου παιδί της αστικής δημοκρατίας. Οι αριστεροί σύντροφοί μου συχνά με κατηγορούσαν για ρεφορμισμό. Δεν ήμουν ποτέ αρκετά επαναστάτρια – εκτός από τα 16 μου που πέταξα κάτι πετρίδια στο Χίλτον. Κι αυτός είναι ο λόγος που τώρα είμαι ακόμα πιο εξοργισμένη: κάποιοι (όχι γενικώς, όχι αορίστως και, κυρίως, όχι χωρίς ονοματεπώνυμο) με έφτασαν στο σημείο να αμφισβητώ όσα για μένα υπήρξαν όσια και ιερά: κοινοβουλευτισμός, διάκριση των εξουσιών, αντιπροσώπευση. Εντελώς παραμυθιασμένη, πίστευα όλα αυτά τα χρόνια πως ζω σε μια αστική δημοκρατία δυτικού τύπου. Τελικά, ζω σε μια μικροαστική οικογενειοκρατία αφρικανικού τύπου.
 
Κι επειδή μας τρομοκρατούν καθημερινά με το ψευτοδίλημμα «μνημόνιο ή πτώχευση», να θυμίσω μόνο πως προτάσεις σοβαρές υπάρχουν και έχουν κατατεθεί. Αλλά η «κυβέρνηση» προτίμησε, αντί να φορολογήσει την Εκκλησία, να κόψει τη χρηματοδότηση από τα σχολεία. Αντί να στηρίξει το κράτος πρόνοιας, να αφήνει ατιμώρητους τους φοροφυγάδες με το ωραιότατο άλλοθι της περαίωσης. Αντί να δημεύσει τις περιουσίες όλων των επίορκων βουλευτών / υπουργών / δικαστών, να αυξάνει κι άλλο τους φόρους, οδηγώντας τους πολίτες στην απόγνωση. Μήπως να κάναμε έναν έρανο για να στείλουμε όλοι μαζί τον Γιωργάκη στη Στοκχόλμη, να δει από κοντά το σουηδικό μοντέλο;
 
Δεν ξέρω τι θα τον κάνω εν τέλει όλον αυτόν το θυμό.
Προς το παρόν, γράφω μόνο ασταμάτητα, κουβεντιάζω με φίλους, περπατάω ατελείωτα χιλιόμετρα. Ξέρω, όμως, ότι αυτήν την ώρα ετούτη η καφκική εξουσία (που καθόλου δεν συμφωνεί με το μνημόνιο, αλλά το εφαρμόζει, αφού πάσχει από διπολική διαταραχή) επιχειρεί δύο πράγματα: το ένα είναι να μας κλέψει την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά μας, να μας στρέψει όλους εναντίον όλων, να μας μεταμορφώσει σε ρινόκερους. Το δεύτερο είναι ότι, καταπώς πάν' τα πράγματα, σ' αυτήν τη χώρα θα απομείνουν μονάχα τα λαμόγια, οι απελπισμένοι και οι τρελοί. Ξέρω πως φαίνεται τρέλα τούτη την ώρα να λες πως μια ζωή αλλιώς υπάρχει και είναι εφικτή, αλλά τι θ' απογίνουμε αν δεν πιστέψουμε βαθιά στην ουτοπία;
 
ΥΓ.: «Πιστεύομε και στην λαοκρατία» είπε ο παππούς του τον Δεκέμβρη του '44.
 
ΥΓ. 2: Ο χειρότερός μου εφιάλτης πια είναι να κάθομαι, 20 χρόνια μετά, απέναντι σ' ένα πιτσιρίκι που θα ρωτάει ανελέητα, «Κι εσύ τι έκανες τότε;»! Ε; Τι έκανα ακριβώς; 



απο το "Περιοδικο Υποβρυχιο"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου