Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Ξύπνα...Τόση δουλειά!

Του Κωστή Α. Μακρή

                                                                                                             
                                                                                                              «Το τρίτο γουρουνάκι πήρε πέτρες,
                                         ξύλα και λάσπη και έφτιαξε
ένα γερό πέτρινο σπίτι.
Όταν πήγε ο λύκος να το γκρεμίσει,
φύσηξε, ξαναφύσηξε,  
αλλά το σπίτι ούτε που κουνήθηκε…»
Τα τρία γουρουνάκια. Παραμύθι.

Το στόλισμα του σπιτιού στις γιορτές το έκανε κυρίως ο πατέρας.
Μικρά και μεγάλα λαμπερά πολύχρωμα αστέρια, από μεταλλικό χαρτί. Γιρλάντες και κρόσσια από ασημένιες  διακοσμητικές ταινίες. Αυτά για τα Χριστούγεννα. Ζωγραφιστές μάσκες από χαρτόνι για τις Απόκριες. Λαγούς με πετραχήλια και αστείες κοτούλες με χάρτινα αυγά για το Πάσχα.
Η μητέρα μαγείρευε. Η μητέρα έραβε. Στολές για τα τρία παιδιά τις Απόκριες, κοντά παντελόνια, μακριά παντελόνια, φουστίτσες. Είχε μια παλιά ραπτομηχανή και αργότερα πήρε και μια πλεκτομηχανή για πουλόβερ. Δεν ήταν η δουλειά της να ράβει και να πλέκει. Γραμματέας ήταν σε ιδιωτική εταιρεία, με αγγλικά, στενογραφία και γραφομηχανή. Και με καλό μισθό για εκείνα τα χρόνια. Χόμπι της ήταν το ράψιμο και μ’ αυτό εξοικονομούσε χρήματα και μας πρόσφερε ρούχα και αισθητική.
Στις σπιτικές γιορτές βοηθούσαμε όλοι.  Όπως μπορούσε ο καθένας.
Μεγαλώσαμε σε νοικιασμένα σπίτια.  Εφτά μετακομίσεις σε είκοσι χρόνια.

Πριν από αρκετές μέρες ετοιμάζαμε πάρτι γενεθλίων για την εγγονή μας.Θα έκλεινε τα δύο της χρόνια.Μαγειρέματα, προετοιμασίες, γιρλάντες, μπαλόνια. Γιορτή στο σπίτι. Με συνεισφορά (εργασίας, φαγητών, γλυκών και αναλωσίμων) από όλους τους συγγενείς και φίλους Παλιά το λέγανε «ρεφενέ». Η γυναίκα μου ήθελε να είναι παρούσα η εγγονή μας στις προετοιμασίες, την παραμονή της γιορτής. «Κάτι θα της μείνει… Να θυμάται…» είχε πει.
Κάποια στιγμή, αργά το απόγευμα, άφησα για λίγο το φούσκωμα των μπαλονιών και έγειρα στον καναπέ. Μου άρεσε να νιώθω την εγγονή να ζουζουνίζει κοντά,  η γυναίκα  μου  να φουσκώνει μπαλόνια κι εγώ να ταξιδεύω ανάμεσα ύπνου και πραγματικότητας. Με την τηλεόραση ανοιχτή στις ειδήσεις.
Μόλις έκλεισα τα μάτια, άκουσα την ψιλή και διαπεραστική φωνή:
― Κοιμάσαι;
Γέλασα με κλειστά τα μάτια.
Ήρθε δίπλα μου και μου κόλλησε στη μούρη μια αρμαθιά αφούσκωτα μπαλόνια.
― Ξύπνα! μου είπε επιτακτικά, και πρόσθεσε με τη λακωνική σαφήνεια ενός δίχρονου παιδιού:
― … τόση δουλειά!
Γέλασα με  το ύφος  της που θύμιζε εργοδηγό.
Σηκώθηκα. Συνέχισα να φουσκώνω μπαλόνια.
Γέμισε μπαλόνια το δωμάτιο. Το πιο φτηνό παιχνίδι. Θα μαζεύονταν πολλά παιδάκια.
Τραγούδια. Γέλια.
Από την κουζίνα μύριζαν τα φαγητά.
Στην τηλεόραση ειδήσεις. Ρεπορτάζ, δηλώσεις,  διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις.
Για τα αχυρόσπιτα που ρήμαζε ο λύκος με το φοβερό φύσημά του.
Άλλοι μαζεύανε πέτρες, άλλοι διάλεγαν ξύλα, άλλοι ανακατεύανε δάκρυα με χώμα για να κάνουν λάσπη.
Ίσως για να χτίσουν καλύτερο, πιο γερό σπίτι…

 ένα άρθρο των πρωταγωνιστών
                                                                                     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου