Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Ρε Μπαγασα...περνας καλα κει πανω....

Σαν σημερα πριν απο 23 χρονια (1988 ) εφυγε ο Νικολας

Μια μοναχική φιγούρα σιωπηλά ανηφορίζει το λόφο του Στρέφη, διασπώντας το μισοσκόταδο της σκέψης καθώς ο άνεμος απλώνει βιαστικά ένα ψίθυρο..."Νικόλας Άσιμος. Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το "Άσιμος" με γιώτα..."

Νικόλαος Ασημόπουλος ήτανε το επίσημό του όνομα. 

Γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1949 στη Θεσσαλονίκη όπου μετέβησαν οι γονείς του για την γέννησή του. Αμέσως μετά επέστρεψαν στην πόλη της Κοζάνης όπου και διέμεναν.

Στο Δημοτικό λαμβάνει αρχικά μέρος σε σκετσάκια ενώ τελειόφοιτος παρελαύνει ως σημαιοφόρος. Στο Γυμνάσιο (Βαλταδώρειο Γυμνάσιο Αρρένων Κοζάνης) δεν τα θέλει καθόλου αυτά και καθησυχάζει τους γονείς του καθώς τον βλέπουν να μην διαβάζει: "Εγώ τα ξέρω, δεν πα να χτυπιούνται, εγώ θα γράψω στα γραπτά". Παιδαρέλι ακόμη, αρχίζει να δείχνει τον ανήσυχο χαρακτήρα του. Τον χαρακτηρίζει πλούσια αντίληψη, περιέργεια και σιγουριά, ενώ ο νεανικός εγωισμός βρίσκεται στο ζενίθ του. Οξύθυμος σαν φιτίλι, χωρίς ωστόσο να κρατάει κακία σε κανέναν. "Μόνο τον Νίκο που είχα, ήταν σαν να μεγάλωσα δέκα παιδιά", έλεγε η μητέρα του.

Σαν μαθητής, του αρέσει να διαβάζει εξωσχολικά βιβλία, γράφοντας παράλληλα στιχάκια και ποιήματα σαν χείμαρρος από την πρώτη κιόλας Λυκείου. Αφορμές, το σχολείο, η κοινωνική ζωή και ο καταπιεσμένος επαρχιακός έρωτας. Ένα υποκειμενικό καλλιτεχνικό "alter ego" αρχίζει να καλλιεργείται μέσα του. Για το σχολείο αρχίζει σταδιακά να αδιαφορεί και από διάβασμα, τόσο όσο για να βρίσκεται βαθμολογικά λίγο πιο πάνω από το μέσο όρο. Δεν έχει φίλους κολλητούς και ούτε βρίσκεται στο επίκεντρο κάποιας νεανικής παρέας.



Θεσσαλονίκη - Η επανάσταση της συνείδησης 
Ο Σεπτέμβρης του 67 τον βρίσκει στην Θεσσαλονίκη, να διασχίζει τις πύλες του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, κάτοχο μιας θέσης στον κλάδο Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών, μακριά από την ασφυκτική οικογενειακή θαλπωρή.

Τριτοετής στη Φιλοσοφική, πρωτοστατεί εκφράζοντας με τον καλύτερο τρόπο την πρώτη του καλλιτεχνική αγάπη. Το Θέατρο.


Στις 3 Μαΐου του επόμενου χρόνου, ερμηνεύει το ρόλο του Ονήσιμου στο ανέβασμα του έργου του Μενάνδρου "Επιτρέποντες", σε σκηνοθεσία και πάλι του Σταύρου Παπαδόπουλου. Έχει επίσης την μουσική επιμέλεια της παράστασης!
Στις πρόβες, έρχονται σε σύγκρουση με το χουντικό καθεστώς που απαιτούσε να μπει στο οπισθόφυλλο του προγράμματος της παράστασης το πουλί, σήμα της 21ης Απριλίου. Η κόντρα με το καθεστώς έχει έστω και υποκειμενικά ήδη ξεκινήσει....

Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα δραματολογίας στη Δραματική Σχολή Χαρατσάρη. Μάλιστα βρέθηκε σε κάποια στιγμή να κάνει ανεπίσημα και τον..."καθηγητή". Φυσικά μετά από λίγο καιρό τα παράτησε μιας και στα υπόγεια δωματιάκια της Παλιάς Φιλοσοφικής έστησε τον θεατρικό "ναό" του. Ήταν μόλις 21 ετών όταν θέλησε να σκηνοθετήσει!
Η Ασφάλεια έχει όμως αντίθετη άποψη. Τον ζορίζουν, του παρακρατούν την ταυτότητα (Δεν έβγαλε άλλη παρά μόνο 18 χρόνια αργότερα καταφέρνοντας να του εκδώσουν ταυτότητα στο όνομα Άσιμος με τη "διευκρίνιση" στο σημείο του Θρησκεύματος: "Άνευ Θρησκεύματος") και διαλύουν μετά απειλών την αυτοσχέδια θεατρική ομάδα πριν καν ξεκινήσει παραστάσεις.

Την άνοιξη του 1972 συναντά τον Δημήτρη Δημητρακόπουλο (ο οποίος του έμαθε κιθάρα) και τον Γιώργο Κατσικαβέλη. Τα πρώτα τραγούδια μελοποιούνται, ενώ εμφανής είναι η προδιάθεσή για πρόζα.

Mέσα Δεκεμβρίου, στην καφετέρια που βρισκόταν στο δώμα του Λευκού Πύργου, "Ο Νικόλας Άσιμος και η παρέα Του", χωρίς μικρόφωνα και εξοπλισμό, εμφανίζονται μπροστά από κοινό.
Η επιτυχία ήταν άμεση. Η διάθεση για πρόζα κυριαρχεί και η συνεργασία περνάει δοκιμασία. Ταυτόχρονα, αρχίζουν τα πηγαινέλα και στην Ασφάλεια. Ο Νικόλας αντιδρά, όμως είναι πλέον αργά. Η συνεργασία αποτελεί πια παρελθόν.

Από το πανεπιστήμιο έχει οριστικά ξεκόψει, παρόλο που απείχε 6 μονάχα μαθήματα από το πτυχίο σε μια ενσυνείδητη προσπάθεια να αποφύγει την θητεία και με τα όνειρά του για οδηγό χαράζει ρότα για την Αθήνα και τις ζωντανές εμφανίσεις.

Ήταν Μάιος του 1973 όταν κατέβηκε ξαφνικά στην Αθήνα.
Φιλοξενείται αρχικά σε συγγενικό του σπίτι και τα πρώτα του βήματα τον φέρνουν στην Πλάκα, Μνησικλέους 16 και Ανδριανού.
Εκεί βρισκόταν το στέκι του Θανάση Γκαϊφύλια, η "Πέμπτη Εποχή"...κι αρχίζουν οι πρώτες κόντρες.
Θα γνωριστεί με τον Γιάννη Ζουγανέλη και θα συνεργαστεί με τους Γιώργο Ζωγράφο, Πάνο Τζαβέλα, Δημήτρη Τραντάλη κ.α.
Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, συμμετέχει στο ανέβασμα των "Τσιρκολάνων", στο Θέατρο "Στοά". Αποτελεί την τελευταία του επαφή με το θέατρο. Παράλληλα το ματωμένο φθινόπωρο, τον βρίσκει σε δημιουργικό οργασμό, ενώ ο χειμώνας τον ρίχνει σε άγρια πείνα και καλλιτεχνική απραξία, την οποία θα καταλύσει ο Θ. Γκαϊφύλιας, προσφέροντας του δουλειά στην μπουάτ "Εντεκάτη Εντολή" (Αφροδίτης 1 και Ανδριανού, στην Πλάκα). Στον εν λόγω χώρο, θα του δωθεί μια ευκαιρία που ζητούσε από καιρό.
Ο Γκαϊφύλιας πάει να δουλέψει στην "Αρχόντισσα" και ο Νικόλας στήνει την μουσικο-θεατρική του παράσταση, με συνεργάτες τους Β. Σπυρόπουλο, Δ. Φινινή κ.α. Έπειτα από αλλεπάλληλες επεμβάσεις της Ασφάλειας το μαγαζί τελικά κλείνει τον Απρίλιο του 1974.
Το καλοκαίρι, λαμβάνει μέρος στις προετοιμασίες του ανοίγματος της μπουάτ "Χνάρι" (Γκούρα 2, Πλάκα). Επιστρατεύονται οι Σπυρόπουλος, Φινινής, Πανυπέρης, το ντουέτο Λήδα-Σπύρος, σε μια προσπάθεια να στηθεί το μαγαζί. Το "Χνάρι" τελικά πήγε κατά διαόλου και έκλεισε όπως άνοιξε. Στα θετικά αυτής της απόπειρας ήταν η γνωριμία του Θανάση Μπίκου με τον Νικόλα.

Αρχίζει να μηχανεύεται τρόπους να αποφύγει την θητεία, ενώ το Σεπτέμβριο δημοσιεύεται για πρώτη φορά κείμενό του σε έντυπο. (Περιοδικό "Panderma", τεύχος 9 - Εκδότης Λεωνίδας Χρηστάκης). Ακολουθεί μια επιστολή διαμαρτυρίας στην εφημερίδα "Αυγή" και καθώς ο πρώτος μεταπολιτευτικός χειμώνας μπαίνει, ο Νικόλας, βάζει εκ νέου στοίχημα με τον εαυτό του.
Δημιουργεί το "Μουσικό Θέατρο Φτώχειας" ("Μου.Θε.Φτω."), ένα φιλόδοξο μουσικό-θεατρικό σχήμα. Το στεγάζει στην Μνησικλέους 15 (Πλάκα) και βαφτίζει το μαγαζί "Ζωντανό Καφενείο", με κοινοβιακές βλέψεις, σκετσάκια, τραγούδια, χορογραφίες κλπ. Το μαγαζί παρόλες τις επίμονες και κοπιαστικές πρόβες δεν έχει απήχηση στο κοινό και ακολουθεί το θλιβερό λουκέτο.

Το 1975 μπαίνει και ο Νικόλας βρίσκει παρηγοριά στην Λίλιαν Χαριτάκη και στην κιθάρα του. Ξανακτυπάει για τρίτη φορά την πόρτα της "ΛΥΡΑ" και βρίσκει επιτέλους ανταπόκριση.
Ο Α. Πατσιφάς του δίνει το πράσινο φως και το 45αρι με την πρώτη δισκογραφική δουλειά του, παίρνει σάρκα και οστά τον Μάιο, σε ενορχήστρωση Γιώργου Στεφανάκη.
Η επιτροπή λογοκρισίας έχει αντίθετη άποψη και χωρίς ουσιαστικά προσχήματα απαγορεύει εν ψυχρώ τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις των τραγουδιών.
Ο Ζουγανέλης, που τον είχε φέρει σε επαφή με την "ΛΥΡΑ" πριν από την μεταπολίτευση, βλέποντας τα ζόρικα αδιέξοδα του Άσιμου, του δίνει την αφορμή.
Ο "Συνεργατικός Θίασος Μουσικών" και το μουσικό καφενείο "Σούσουρο" (Ανδριανού 134, Πλάκα), παρέχουν μια ιδανική λύση. Μαζί με τους Θάνο Ανδριανό, Γ. Ζουγανέλη, Περικλή Χαρβά, Σάκη Μπουλά, Ισιδώρα Σιδέρη, Σπυρουλιώ Τουτουδάκη, Ζ. Βέη και τέσσερεις μουσικούς-ορχήστρα, συνδυάζουν αρμονικά το θέατρο και το τραγούδι.
Η Ιδρυτική Προκήρυξη του Θιάσου, που σώζει ο Νικόλας στο βιβλίο του, αποτελεί διαχρονικό μανιφέστο για κάθε καλλιτέχνη που σέβεται αληθινά τον εαυτό του και την τέχνη του.
Από το μαγαζί πέρασαν ως κοινό, ο Δ. Σαββόπουλος, ο Γενικός Γραμματέας του Κ.Κ. Ιταλίας, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ο Β. Παπακωνσταντίνου (εδώ ξεκίνησε η γνωριμία τους), ο Θάνος Μικρούτσικος, η Μαρία Δημητριάδη, η Α. Μάνου κ.α.
Η ρήξη με τους συνεργάτες, παρόλη την επιτυχία, δεν άργησε να έρθει. Αιτία η αύξηση της τιμής του ποτού από τον μαγαζάτορα και η επακόλουθη άρνηση του Νικόλα να δεχτεί κάτι τέτοιο, με επακόλουθο να μείνει πάλι στο δρόμο με την Λίλιαν έγκυο.

Και πάλι απ' την αρχή...
Το Γενάρη του 1976, ξεκινάει με βασικό και εναπομένων σχήμα-ορχήστρα, τον μπασίστα Δημήτρη Τραντάλη (ο πιο πιστός συνεργάτης του Νικόλα), παραστάσεις στη Μνησικλέους 24 (Πλάκα), κάτω από τον τίτλο "Για Ένα Πολιτικό Καφενείο".
Το μαγαζί κρατήθηκε όρθιο για μερικές βδομάδες και ο Νικόλας βάζει πια πλώρη για τα Εξάρχεια - όπου θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του.

Παρασκευή 28 Μαΐου του 1976, έρχεται στον κόσμο η "Νιουνιού", όπως συνήθιζε να αποκαλεί ο Νικόλας την κορούλα του Λίλιαν.
Ανάμεσα από πολλές δυσκολίες, χωρίς δουλειά, άθλια οικονομικά και συνθήκες πείνας προσπαθεί να σταθεί όρθιος. Γράφει αρκετά επιστρατεύοντας τις καλλιτεχνικές του δυνάμεις με σκοπό την άμεση πολιτική και κοινωνική παρέμβαση, περνώντας μπόλικες ώρες αγκαλιά με την κιθάρα του.
Με σχήμα τους Τραντάλη, Μπίκο, Καλλοναίο, Ταραίο, Φινινή και Μανιάτη με την ονομασία "Για Ένα Πολιτικό Καφενείο", εμφανίζεται σε εκδήλωση συμπαράστασης στο γήπεδο της Καλλιθέας. Εκεί τραγουδάει για πρώτη φορά το αποκηρυγμένο "Σαν θα με καλέσει η πατρίδα".

Ο χειμώνας του 1976-77, τον βρίσκει στα κάγκελα του Πολυτεχνείου να πουλάει περιοδικά, κασέτες, και βιβλία για να βγάζει τα προς το ζην.
Η Ασφάλεια τον τραβάει πολλές φορές στο τμήμα, για αντιεξουσιαστική και αντιμιλιταριστική στάση. Το ξύλο από κνίτες και μπάτσους έχει την τιμητική του.
Μέσα στο 1977 υπάρχει μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία, ότι ηχογράφησε μια πρώτη κασέτα και την διακινούσε. Δυστυχώς σήμερα δεν σώζεται κανένα αντίτυπο που να αποδεικνύει την ύπαρξή της.

Το φιτίλι στα Εξάρχεια αρχίζει να καίει επικίνδυνα. Οι αντιεξουσιαστικές προκηρύξεις πυκνώνουν και η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη.
Με την κορούλα του αγκαλιά, ανεβαίνει για λίγο στην Κοζάνη. Σαν σφήνα δίνει μια συναυλία με την κιθάρα του στη ντισκοτέκ "Tiffany's".

Το φθινόπωρο του 1977, η αναμονή τελειώνει στα Εξάρχεια. Λόγω πολιτικών εξελίξεων και διεθνών γεγονότων οργανώνονται διαδηλώσεις στα Προπύλαια. Ακολουθούν αληθινές οδομαχίες και το πρώτο αίμα κυλάει στα σοκάκια. Η αστυνομία προχωρά σε συλλήψεις, 16 στον αριθμό. Ανάμεσά τους και ο Νικόλας, παρόλο που απείχε από τα συγκεκριμένα επεισόδια.
Τελικά 5 εκδότες και ένας συνθέτης ανατρεπτικών τραγουδιών (ο Άσιμος), στις 24 Οκτωβρίου προφυλακίζονται για να παραπεμφθούν σε δίκη (δεν έγινε ποτέ), με την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας και υποκίνησης στην διατάραξη της κοινής ειρήνης. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο τότε ανακριτής της υπόθεσης είχε την εντιμότητα να παραδεχτεί το λάθος του.
Δύο μήνες κρατάει η προφυλάκιση, στην οποία έρχεται αντιμέτωπος με τους συγκρατούμενούς του για πολιτικούς λόγους.
Εξερχόμενος από τις φυλακές της Αίγινας είπε: "Θα ξανάρθω!".

Επιστρέφει στην πώληση περιοδικών στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, ενώ ο αντιμιλιταρισμός και οι πολιτικές του παρεμβάσεις είναι πιο έντονες από ποτέ.
Μάλιστα με αφορμή τη σύλληψη του Φίλιππα και της Σοφίας Κυρίτση, ο Νικόλας με εκρηκτικό τρόπο και με την "Νιουνού" αγκαλιά, πλακώνει στα ανακριτικά γραφεία με ένα πλαστικό πιστόλι-παιχνίδι, προκαλώντας χάος και πανικό.
Το τραγούδι "Είμαστε Τρομοκράτες", το έγραψε για τη σύλληψη του ζεύγους Κυρίτση και το πρωτοτραγούδησε στο θέατρο "Αλάμπρα", μαζί με τους Μιχάλη Σύρπο και Μάριο Μεγαπάνο.

Την άνοιξη του 1978 τον καλούν να παρουσιαστεί στην Πολεμική Αεροπορία, στην Τρίπολη. Επιστρατεύοντας θεατρικά κοστούμια, παρτάλια και ότι άλλο βρήκε στο δρόμο του, εισέρχεται με ιερό μένος στο στρατόπεδο. Εκεί γίνεται της κακομοίρας με τον Άσιμο να πρωταγωνιστεί σε μία καλοστημένη παράσταση, πουλώντας τρέλα δεξιά κι αριστερά. Τελικά κερδίζει αναβολή για άλλο ένα χρόνο.

Τέλη Ιουλίου μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου στο αυτοσχέδιο στουντιάκι του Στέλιου Λογοθέτη, γίνονται οι ηχογραφήσεις της "Παράνομης Κασέτας Νο 000001 - Με το Βαρέλι που για να βγει το σπάει". Πρωτοκυκλοφόρησε σε 500 αντίτυπα με αξία 100 δραχμές έκαστη.
Ακολουθεί ο χωρισμός με την Λίλιαν, μετά από μία ταλαίπωρη και εκρηκτική συμβίωση.
Ενοικιάζει ένα υπόγειο, στην Αραχώβης 41, στα Εξάρχεια, όπου θα παραμείνει για περισσότερο από τέσσερα χρόνια.

Περνώντας από την "υπόγα", ο Χρίστος Ζυγομαλάς, προτείνει τη δημιουργία ενός μουσικού σχήματος, της "Exarchia Square Band", που στο σύντομο βίο της έδωσε αρκετές συναυλίες.

Άνοιξη του 1979, παρουσιάζεται εκ νέου στην Πολεμική Αεροπορία, στο Ελληνικό αυτή τη φορά. Συνοδευόμενος από τον ποιητή Σωτήρη Μπουσμπουρέλη, στήνει άλλη μία θεατρική παράσταση με πλήρη επιτυχία.
Με τη διάγνωση "Σχιζοειδής Ψύχωσις", παίρνει αναβολή για ένα ακόμη χρόνο.
Μπαίνει και πάλι στο αυτοσχέδιο στούντιο του Στέλιου Λογοθέτη και ηχογραφεί 20 τραγούδια, κάτω από τη γενική ονομασία "Τριπλή Κασέτα Μπέλα με Χωρίς Ταμπέλα".
Αποτελείται από τρεις κασέτες, "Παράνομη Κασέτα Νο 000002 - Είμαι Παλιάνθρωπος", "Παράνομη Κασέτα Νο 000003 - Γιατί Φοράς Κλουβί", και την "Παράνομη Κασέτα Νο 000004 - Klaste Eleftheros".
Ανά τας νους και τας Οδούς

"Κάθε στιγμή είναι η τελευταία..." Αυτός ο φιλοσοφικός σκεπτικισμός αποτέλεσε ένα αιθέριο πέρασμα σε μια άλλη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που καταλύει κάθε άλλη. Ισορροπώντας επικίνδυνα στο τεντωμένο σκοινί της αυτοκαταστροφής, ο Νικόλας, αρχίζει την εσωτερική του "Βόλτα", "που δε σταματάει κι ούτε ποτέ της έχει αρχίσει..."
Αναζητώντας (άνευ αναζήτησης) Κροκανθρώπους, ανθρώπους μεταφουρφούριους, αγνούς, αυθεντικούς.
Το ΚΡΟΚ για τον "Έτσι" αποτέλεσε την μεγαλύτερη πρόκληση. Απορρίπτοντας όλους τους θεσμούς και τις ιδεολογίες, θα μπορούσε πολύ εύστοχα να χαρακτηριστεί ως αναρχικό μανιφέστο, αν δεν καταργούσε ακόμη και την ίδια την αναρχία!
Εδώ εξάλλου, έγκειται και η σπουδαιότητά του. Στην διαφοροποίηση.
Ένα καταγραμμένο ηχητικά "Συμβάν ΚΡΟΚ", διαδραματίστηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1979, στο χώρο όπου στεγαζόταν το κανούργιο "Σούσουρο" (Θόλου 17, Πλάκα), του Θάνου Ανδριανού, στο οποίο για αρκετές ώρες βασίλευσε το απόλυτον χάος.

Άνοιξη του 1980, ο αντιμιλιταριστικός στόχος για αποφυγή της θητείας είχε επιτευχθεί.
Κράτησε 7 ολόκληρα χρόνια και η τελευταία του θεατρική παράσταση διάρκειας 3 ημερών, στήθηκε στην Πολεμική Αεροπορία του Ελληνικού.
Στο απολυτήριο αναγράφονται ως αίτια απόλυσης: "Ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου", η γνωστή κατά τον Νικόλα: "Σχιζοφρενοβλαβίωση".

Στη συνέχεια αποφασίζει να καταγράψει με στοιχειώδη χρονολογική σειρά, στίχους από τραγούδια και ποιήματα, προκηρύξεις, θεατρικά και αφίσες, συμβάντα και πολλές στιγμές, εκδίδοντας παράνομα και χωρίς εκδότη, το 150 (επιπρόσθετα περιλαμβάνονται 7 σελίδες με εξώφυλλα και αφίσες) σελίδων βιβλίο, "Αναζητώντας Κροκανθρώπους".
Η σπάνια αυτή έκδοση έγινε κατορθωτή το Φθινόπωρο του 1980, με την πολύτιμη βοήθεια του Λεωνίδα Χρηστάκη και κυκλοφόρησε σε άγνωστο αριθμό αντιτύπων (λιγότερα από 1500) σε δύο εξώφυλλα (ασπρόμαυρο και μαυρόασπρο).
Όταν στο αφιέρωμα του "InRock", ο Δ. Παπαδημητρίου διατύπωσε το σχόλιο: "όποιος το διαβάσει απλώς δε θα είναι πια ο ίδιος άνθρωπος…" δεν υπέρβαλλε καθόλου!

Το χειμώνα του 1980-81 καθιερώνεται πλέον ως καλλιτέχνης του δρόμου, στήνοντας αυτοσχέδια συμβάντα που ταράζουν τους μίζερους βίους στους φιλήσυχους πολίτες με την πρωτοτυπία τους.
Καθώς μπαίνει το καλοκαίρι κάνει και το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο. Συμμετέχει στην ταινία του Νίκου Ζερβού "Ο Δράκουλας των Εξαρχείων".
Αρχές Οκτωβρίου, σαν σφήνα στο σβέρκο του προεκλογικού πυρετού που κυριαρχεί, στα Εξάρχεια ένα αυτοσχέδιο συμβάν ταράζει την ηρεμία.
Η θεατρικότητα του μεταφουρφούριου Άσιμου βρίσκεται στο ζενίθ της.
Την ίδια περίοδο πρωτοστατεί στην κατάληψη ενός ερειπωμένου σπιτιού επί της οδού Βαλτετσίου, αριθμός 42, στα Εξάρχεια
. Τα συμβάντα εκ μέρους του Νικόλα που ακολουθούν, προκαλούν αίσθηση και χαώδεις καταστάσεις στο κέντρο της Αθήνας με αποκορύφωμα την αυτοκατάληψη της περιβόητης "υπόγας" του!

Κατά τη διάρκεια ενός από τα διαδοχικά happenings, συνελήφθηκε μαζί με τους Γιώργο Γαβαλά και Νίκο Σαββίδη
. Άσιμος και Σαββίδης οδηγήθηκαν τελικά στο "Δαφνί", στο οποίο ο Νικόλας κρατήθηκε τελικά για μερικές μέρες.
Για την απελευθέρωσή του κινητοποιήθηκε πολύς κόσμος. Ανάμεσά τους η Κατερίνα Γώγου, ο Δ. Σαββόπουλος, ο Γ. Κορδέλλας, ο Η. Τριανταφυλλίδης.
Ήταν ο πρώτος από μια σειρά εγκλεισμούς των οποίων ο φόβος θα συνοδεύει τον Νικόλα μέχρι το τέλος της ζωής του. Χαρακτηριστικά είναι τα αποσπάσματα που αναγράφονται στο βιβλίο του Νικόλα για όλα αυτά.

Το καλοκαίρι του 1982, διασχίζει για τελευταία φορά την πόρτα της επίσημης δισκογραφίας.
Με τη βοήθεια του Β. Παπακωνσταντίνου, υπογράφει συμβόλαιο με την εταιρεία "Μίνως".
Αρχές Νοεμβρίου κυκλοφορεί τελικά τον δίσκο "Ο Ξαναπές", ο οποίος υπήρξε η αφορμή για την κορύφωση ενός αμείλικτου πολέμου από τους πρώην συνεργάτες του και την αναρχίζουσα κοινωνία των Εξαρχείων.
Με διαθέσεις αυτοσαρκασμού συνθηκολογεί σιωπηλά με τις κατηγορίες που εκτοξεύονται εναντίον του και κλείνεται περισσότερο στον εαυτό του, συντηρώντας μονάχα τις μουσικό-θεατρικές του εμμονές.

Τον Οκτώβρη του 1982 αρχίζει μια σειρά εμφανίσεων με τους αδελφούς Νασιάκους, στην μπουάτ "Σκάιλαμπ", (Πλάκα), ενώ αργότερα συνεχίζει μαζί με το Χ. Ζυγομαλά και άλλους καλλιτέχνες τις εμφανίσεις στο ίδιο μαγαζί κάτω από τον τίτλο "Τάδε Έφη".

Στα 1983 με κλονισμένες τις ισορροπίες από τον ανελέητο πόλεμο και το φόβο των εγκλεισμών να ανεμίζει πάνω από το κεφάλι του, ξεκινάει την εσώτερή του "Βόλτα". Εγκαταλείπει αρχικά το υπόγειο στην Αραχώβης και ταυτόχρονα συμμετέχει σε δύο ταινίες. Τα "Βαποράκια" του Παύλου Τάσιου και στο "Ρεμπέτικο" του Κώστα Φέρρη. Τα καθημερινά συμβάντα στο δρόμο όμως κορυφώνονται επικίνδυνα.

Νοικιάζει στην Καλλιδρομίου 55 το γνωστό μαγαζάκι και το μετατρέπει σε "Χώρο Προετοιμασίας".
Οι μπάτσοι πλακώνουν συχνά-πυκνά. Η διαδρομή γνωστή: Τμήμα - Δαφνί - Καλλιδρομίου, κι απ' την αρχή. Ξύλο, ηλεκτροσόκ, ενέσεις, είναι μερικά από τα λυπηρά ανείπωτα του παρασκηνίου.
Η "Βόλτα" του Νικόλα εκδηλώνεται πλέον μέσα από σημάδια και οιωνούς. Ο Βασιλιάς, ο Σοφός κι ο Γελωτοποιός ενσαρκώνονται με μιας σε ένα οριστικό μπέρδεμα.
Με τους Τόλη Βουλτζάτη και Λίτσα Περράκη δημιουργεί τα σχήμα "Ο Νικόλας Άσιμος και οι Εναπομείναντες", από τη συνεργασία των οποίων σώζεται σήμερα σε ζωντανή ηχογράφηση το τραγούδι "Πάλι στην Ξεφτίλα".

Το 1985 βρίσκει τον Νικόλα στο στούντιο "DIVA" να ηχογραφεί πυρετωδώς.
Από την επιλογή των τραγουδιών κυκλοφορεί στα 1986 την δεύτερή του "Τριπλή Κασέτα" που την αποτελούν οι κασέτες "Παράνομη Κασέτα Νο 000005 - Ο Σάλιαγκας", "Παράνομη Κασέτα Νο 000006 - Η Ζαβολιά" και τέλος η "Παράνομη Κασέτα Νο 000007 - Πάλι στην Ξεφτίλα". Με βάση τις ηχογραφήσεις που περιέχονται σε αυτές τις 3 κασέτες θα κυκλοφορήσει 6 χρόνια αργότερα ο μεταθανάτιος δίσκος "Στο Φαλημέντο του κόσμου - Γιουσουρούμ".

Αρχές του 1986 συμμετέχει μαζί με τους "Εναπομείναντες" σε συναυλίες της "ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α" (αργότερα ως ανεξάρτητη "Α.Ε.ΤΑ." στην οποία πρωτοστάτησε κι έπειτα διαγράφτηκε), ενώ προσκαλείται και τραγουδά στην αντιπυρηνική συναυλία διαμαρτυρίας που διοργανώθηκε στη Χαλκίδα.
Τον Σεπτέμβριο εμφανίζεται για δεύτερη και τελευταία φορά στην γενέτειρά του Κοζάνη. Μάλιστα από την εν λόγω συναυλία σώζεται κι ένα πρόχειρο βίντεο.
Επιστρέφοντας απ' την Κοζάνη περνάει από τα Ψαχνά της Εύβοιας όπου εμφανίζεται στο καφενείο "Ηχώ".

Η Μοναξιά μιας "Βόλτας"
Καθώς μπαίνει ο χειμώνας του 1987 η ψυχική και σωματική υγεία του Νικόλα χειροτερεύει. Ταυτόχρονα αυξάνεται η σκληρότητά του σε διαδοχικά πειράματα αθανασίας που εκτελεί σε μικρά ζωάκια (στα χειρόγραφα της αυτοκτονίας ζητά την ύστατη συγχώρεση από τα ζωάκια αυτά για το λάθος που είχε κάνει), ενώ δοκιμάζεται η επιθετικότητά του καθώς τα χαστούκια κατά παντός δίνουν και παίρνουν και η μαγκούρα σαν γκόμενα τον συντροφεύει παντού.
Εσωτερικά ωριμάζουν πλέον οι σκέψεις και τα σενάρια για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.
Το Φευγιό έχει ήδη ξεκινήσει...

Σαν μπαίνει η άνοιξη κυκλοφορεί την τελευταία του κασέτα στην οποία συμμετέχει η Σωτηρία Λεονάρδου, "Παράνομη Κασέτα Νο 000008 - Στο Φανάρι του Διογένη" και γύρω στο Πάσχα παραχωρεί ως δημιουργός 5 τραγούδια στον Β. Παπακωνσταντίνου για τα "Χαιρετίσματα".
Η επιτυχία του δίσκου ξυπνάει το ένστικτο στα αδηφάγα κοράκια του τύπου που ξαφνικά ανασύρουν από το χρονοντούλαπο της λήθης τον Νικόλα.
Παραχωρεί μερικές συνεντεύξεις, ενώ εμφανίζεται στο τελευταίο επεισόδιο της σειράς "Μειδιώμεν καθ' οδόν", του Γιάννη Σμαραδγή.

Βράδυ Σαββάτου, στις 7 Ιουνίου 1987, στο διαμέρισμα της Ζαΐμη 56, λαμβάνει χώρα μια παρανοϊκή "Τελετή Μύησης" με την οικειοθελή παρουσία μιας κοπελιάς που ο έσχατος της φόβος συνδυάζεται με τις παρανοϊκές ιδέες και πράξεις του Νικόλα και οδηγούν στη σύλληψη και προφυλάκισή του με τις αβάσιμες κατηγορίες: "Βιασμός κατ' εξακολούθηση και παράνομη κατακράτηση".
Κατά την διάρκεια της προφυλάκισής του η κοπελιά αποσύρει τη μήνυση εναντίον του, όμως ο εισαγγελέας έχει αντίθετη άποψη, έτσι παραμένει στον Κορυδαλλό μέχρι τέλη Ιουνίου οπότε βγαίνει με χρηματική εγγύηση που καταβάλλει η οικογένειά του.

Βγαίνοντας από το κελί, με τις κατηγορίες να του βαραίνουν την ψυχή, βυθίζεται κυριολεκτικά στην "Σχιζοφρενοβλαβίωσή" του.
Οι περίοικοι και ο διαχειριστής του κάνουν τη ζωή δύσκολη, ενώ δεν λείπουν περιστατικά χρήσης βίας εναντίον του.
Παλεύοντας με τους εφιάλτες του, σε μια προσπάθεια ψυχικής ανάκαμψης συμμετέχει στην βιντεοταινία "Ανθρωποφάγοι στην Τιβί" του Νίκου Ζερβού. Ίδια πάνω κάτω εποχή κάνει και ένα πέρασμα από την ταινία του Κώστα Φέρρη "Oh Babylon".

Τον Οκτώβριο και παρά τη θέλησή του, έπειτα από οδηγίες του πατέρα του, οδηγείται διά της βίας στην ιδιωτική ψυχιατρική κλινική "Γαλήνη".
Βγαίνοντας από την κλινική, κυριολεκτικά ράκος από τα ψυχοφάρμακα, τον περιμένει η δικαστική εξουσία που σαν στοργική μητέρα με ένα καταπέλτη - βούλευμα 22 σελίδων τον παραπέμπει σε δίκη για βιασμό.

 Η αφόρητη πίεση της επικείμενης δίκης, το τσεκούρι της έξωσης να ανεμίζει πάνω απ' το κεφάλι του, η φοβία των ψυχιατρείων και η ρετσινιά του βιαστή που κατακτά το μυαλό του, τον κάνουν κυριολεκτικά κομμάτια. Κρίσεις μελαγχολίας τον σφυρηλατούν, αυτοαπομόνωση, απελπισία και απεγνωσμένες προσπάθειες να κρατηθεί...Μάταια όμως.

Το γράμμα αυτό το έστειλε ο Νικόλας Άσιμος στο μέσα μαζικής ενημέρωσης λίγο καιρό πριν την αυτοκτονία του.......


ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΑΣΙΜΟΥ

Μήνυμα προς όλους, για όλα.
Μια είναι η βόλτα, μόνο μια, αυτή θα μας λευτερώσει.
Δε σταματάει αυτή η βόλτα, ούτε ποτέ της έχει αρχίσει.
Magic theater fur fur
Το μεγαλύτερο θέατρο στην ιστορία, που καταργεί την ιστορία. Εγώ που το έχω ξεκινήσει έχω αναλάβει την ευθύνη.
Με ξέρουν όλοι οι σοφοί του κόσμου, κι όλοι οι καλλιτέχνες του πλανήτη.
Στην αρχή υπήρξα μονάχος μου, τώρα υπάρχουν κι άλλοι πολλοί που μπήκανε στο θέατρο μας.
Ανθρώπους ψάχνουμε όχι ιδεολογίες, Ανθρώπους να’χουν θάρρος, αγάπη, καλοσύνη. Ανθρώπους που δεν είναι ψεύτες, ρηχοί και βολεμένοι και ξέρουν να δίνουνε, όχι να ρουφάν και να εκμεταλλεύονται τους γύρο. Ανθρώπους έστω με καρδιά. Ας είναι δικηγόροι, παπάδες και αστυνόμοι. Ας είναι και χαφιέδες, κομουνιστές, αναρχικοί, αρκεί να έχουν τόλμη να κρατήσουν ένα λόγο και να πούνε την αλήθεια.
Αν δεν καταλαβαίνετε το θέατρο μας και μας κοροϊδεύετε ακόμα δεν φταίμε εμείς.
Εμείς έχουμε τη γνώση. Αυτή που δεν έχουν όλοι μαζί οι κυβερνήτες, οι δικαστές και οι γιατροί.
Σας κολλάμε στον τοίχο με ένα ζελοτέιπ.
Είμαστε καθαροί γι’ αυτό ζούμε μέσα στις υπόγες και χαρίζουμε.
Δίνουμε παραστάσεις στην πλατειά και χαίρονται τα παιδάκια και δεν έχουμε λεφτά.
Είμαστε αυτόδουλοι της καλοσύνης . ξέρουμε να δημιουργούμε όχι να καταστρέφουμε. Ξενυχτάμε μέρα νύχτα και φτιάχνουμε μονάχοι τα όργανα μας.
Οι άλλοι σπανέ λάμπες και μπουκάλια, εμείς τα καθαρίζουμε με σκούπες. Οι σκουπιδιάρηδες είναι μαζί μας και όλοι οι άνθρωποι το πλανήτη.
Ρωτήστε στην περιοχή των Εχαρχείων που μας ξέρει. Μας αγαπάνε όλοι. Ρωτήστε αν χρωστάμε τίποτα και σα κανένα. Σε όλους έχουμε δώσει παραπάνω.
Μπακάληδες, ψιλικατζήδες, περιπτεράδες, ταβερνιάρηδες μας εκτιμάνε.
Χαρίζουμε το γέλιο, αγάπη και ευτυχία.
Κάναμε τους γέρους να αισθάνονται παιδία.
Τα πρεζόνια να κόψουνε την άσπρη και να γελάνε.
Εγώ που το’ χω ξεκινήσει δεν έδειρα ποτέ και πουθενά κανένα.
Με έχουν περάσει από όλα τα μπουντρούμια και το κορμί μου είναι γεμάτο πληγές.
Τα όπλα μου είναι πιστολάκια και νταούλια απ’ αυτά που παίζουν τα παιδάκια, παίζει και η μικρή μου κόρη.
Όταν όλοι εσείς κολλάτε αφίσες και γεμίζετε σκουπίδια την Αθηνά εγώ σας πολεμάω με μια ζωγραφιά στον τοίχο του σπιτιού μου. Εκεί που ήταν βόθρος και μπάζα και ουρλιάζανε τα κομπρεσέρ.
Εκεί μένω τώρα, τρία χρόνια μαζί με την μικρή μου κόρη, φιλοξενώντας κι άλλους που δεν είχανε να φανέ και που να κοιμηθούνε.
Και δε φοβάμαι να δώσω τη διεύθυνση μου, την ξέρουν όλοι
‘ΑΡΑΧΩΒΗΣ 41’ ΕΞΑΡΧΕΙΑ

ΤΩΡΑ ΕΙΜΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΣ ΝΑ ΕΧΩ ΠΑΡΑΠΟΝΑ.
ΝΑ ΚΑΤΑΓΓΕΙΛΩ ΚΑΤΙ ΠΡΟΣ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΛΑ.
Έμαθα πως συνεχίζονται οι διώξεις εναντίον μου. Πως βάλανε εισαγγελέα για να με βάλουνε ξανά στο ψυχιατρείο και να μου κάνουν ίσως και λοβοτομή
Είμαι υποχρεωμένος να με σώσω
Καταγγέλλω λοιπόν δημόσια.
Στις 6 Οκτώβρη με πιάσανε έξω από το δρόμο του σπιτιού μου να παίζω θέατρο του δρόμου.
Με σύρανε με τη μια στο αστυνομικό τμήμα, με δέσανε με χειροπέδες, μου σπάσανε τα πλευρά μου, με πήγαν στο Αιγινίτειο ψυχιατρείο, με είχανε δεμένο.
ΕΓΩ ΤΟΥΣ ΕΛΕΓΑ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΙΣ ΛΕΝΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ και αυτοί με βγάλανε τρελό.
Έκανα ακόμη και αυτούς που με χτυπούσαν να γελάνε.
Αντί να τηρήσουν ένα λόγο ότι πια δε θα μ’ αγγίξουν με σύρανε δεμένο στο ΔΑΦΝΙ.
Στο χειρότερο μπουντρούμι με ξάπλωσαν, με ξαναχτύπησαν και μου κάνανε ενέσεις απ’ αυτές που σκοτώνουνε βουβάλια (παρ’ όλο που πάλι μου δώσανε λόγο ότι δεν θα μ’ αγγίξουν ) και με πάτησαν σα χαλακι και με βαλανε με τις χειροτερες ρουφιχτρες.
Τους αρρώστους που προσπαθούσαν να μου πάρουν το ρολόι και ότι άλλο είχα πάνω μου, ακόμη και το τελευταίο μου τσιγάρο.
Όλοι οι γιατροί του κόσμου δεν τήρησαν ένα λόγο.
Αλλά εγώ κατάφερα και βγήκα και είμαι ζωντανός.
Σε λιγότερο από δυο μέρες κι απ’ το χειρότερο μπουντρούμι.
Ας έρθουν οι ψυχίατροι μια βόλτα μαζί μου και θα τους δείξω.
ΓΙΑΤΙ ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΟΣ.
ΞΕΡΩ ΝΑ ΘΕΡΑΠΕΥΩ ΤΟΥΣ ΠΑΝΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ, ΜΕ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, ΜΕ ΜΙΑ ΚΑΡΑΜΟΥΖΑ, ΜΕ ΕΝΑ ΚΟΥΤΙ ΣΠΙΡΤΑ ΚΑΙ ΜΕ ΑΓΑΠΗ.
Ευχαριστώ όλους όσους κινητοποιήθηκαν για να με βγάλουν έξω, αν και κάπως καθυστερημένα. Ήμουν ήδη έξω και περίμενα τον πατέρα μου να βάλει μια υπογραφή.
Ευχαριστώ την Κατερίνα Γώγου που παράτησε το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ήρθε.
Ιδίως το Διονύση το Σαββόπουλο καθώς και το φίλο μου ψυχίατρο Δημήτρη Μαντούβαλο.
Πήγα χθες μονάχος στο αστυνομικό τμήμα, ρώτησα αν κατά λάθος άγγιξα κανένα, μου είπαν όλοι όχι
Τους ζήτησα να μου δώσουν πίσω ένα μενταγιόν και μια καρφίτσα ανεκτίμητης αξίας (μου είναι χαρισμένα) Κάνανε ότι δεν ξέρουνε και ούτε το μισοσπασμένο χέρι μου δεν είχαν την τόλμη να μου σφίξουν.
Ας μου τα δώσουν όλα πίσω και τους συγχωρώ όλους.
ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΑΜΕΣΩΣ ΤΙΣ ΨΕΥΤΙΚΕΣ ΔΙΩΞΕΙΣ.
ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΩ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΙ ΘΑ ΣΑΣ ΠΡΟΚΑΛΕΣΩ ΝΑ Μ’ ΕΚΤΕΛΕΣΕΤΕ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΛΑΤΕΙΑ. ΤΟ ΠΡΟΤΙΜΑΩ ΠΑΡΑ ΤΟ ΨΕΜΑ, ΣΤΑΥΡΟ Η ΚΡΕΜΑΛΑ.
Τώρα εγώ βρίσκομαι αποσυρμένος στο προσωπικό μου νησάκι όπου κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει. Εδώ βλέπω και τη νύχτα και χρειάζεται να ξεκουραστώ και να θεραπεύσω το πληγωμένο μου κορμί.
Ταχυδρομώ αυτό το γράμμα στον πληρεξούσιο μου δικηγόρο. Προς πλους και για όλα.
Ακόμα και στους ψυχίατρους και τον τυχόντα εισαγγελέα.
Βοηθήστε με να επανέλθω στον κόσμο και να παίξω τη μουσική που δεν έπαιξα ακόμα. Και ας μου σπάσανε τις κιθάρες και τα μηχανήματα μου. Δεν ζητάω αποζημίωση, ένα μονάχα συγνώμη εγώ ζήτησα χιλιάδες.
Καλώ τους φίλους δημοσιογράφους που με ξέρουν όλοι. Τώρα που κινδυνεύω, να δημοσιεύσουνε το γράμμα, όλο, χωρίς περικοπές.
Τόσες συναυλίες έχω δώσει και δε γράφτηκε γραμμή. ΚΑΝΤΕ ΤΟ ΤΩΡΑ και σας συγχωράω. Πολεμήστε την Α—ΛΗΘΕΙΑ. Είναι αυτό που έχετε ξεχάσει.
Το μήνυμα της βόλτας είναι για όλους και για όλα.
Για όσους δεν καταλαβαίνουν και με θεωρήσανε τρελό εμένα ας κάνουνε τον κόπο να μελετήσουνε βιβλία.
Όπως το ‘1984’ του Όργουελ το λύκο της στέπας του Έρμαν Έσσε, τις ‘ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΥΝΑΜΗΣ’ του Δον Χουάν, τον Ευριπίδη, τον Αισχύλο, τον Αριστοφάνη, την Αρχαία Ελληνική Μυθολογια για το Διόνυσο, τον Πάνα, τον Ιάσονα και άλλους, τη ‘Δολοφονία του Χριστού’ του Βίλχεμ Ράιχ, την Αποκάλυψη του Ιωάννη το Διογένη με το φανάρι, την κατσαρίδα που έμαθε να πετάει.
Η ας διαβάσουν το βιβλίο μου ‘ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ’ και πολλά άλλα, ΖΕΝ και ΓΙΟΓΚΑ, ακόμα και τον Αϊνστάιν.
Εγώ τα κάνω πράξη κάθε μέρα και στο δρόμο.
ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΘΕΙΤΕ ΚΑΙ ΘΑ ΣΑΣ ΑΘΩΩΣΩ.
Αλλιώς ο άγγελος του κόσμου το είπε και θα το κάνει, θα φύγει και θα σας αφήσει να περπατάτε μπουσουλώντας ή θα σας κολλήσω τη χειρότερη βρισιά που λέω,
ΕΙΣΑΣΤΕ ΜΠΟΥΜΠΟΥΝΕΣ.
Καλώ και το Μίνω Βολανάκη να έρθει και να μας σφίξει το χέρι.
Εμείς κάνουμε συμβάντα και χάπενινγκ και όχι αυτός στα Βραχιά.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΜΕΤΑ ΤΙΜΗΣ
Και όλο το MAGIC THEATER FUR FUR
Υ.Γ.
ΞΕΚΟΥΝΗΘΗΤΕ ΟΜΩΣ ΑΜΕΣΩΣ.
Η αλλιώς πάτε μια βόλτα μέχρι το πολυτεχνείο εκεί που είναι εκείνο το κεφάλι που προσκυνάτε όλοι. Κάντε τον κόπο, σκύψτε και διαβάστε.
ΘΕΛΕΙ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Κάτω δεξιά είναι γραμμένο του Ανδρέα Κάλβου είναι.
Ή πάτε μια βόλτα μέχρι τον τάφο του Καζαντζάκη κάτι γράφει ‘Δεν έχω τίποτα να χάσω. Είμαι ελεύθερος’
ΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΕΙΜΑΙ. ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ.
ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ.


Το θλιβερό σκηνικό που διαδραματίστηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Πέμπτης 17 Μαρτίου 1988, καθώς το σκοινί στο λαιμό του ξεκλείδωνε τις πύλες του Συνειδητού Θανάτου δύσκολα μπορεί να το περιγράψει κανείς...
Καλοτάξιδος όπου κι αν είσαι "Μπαγάσα"...

Άραγε την ώρα που έφευγε τι να σκεφτόταν;
Σαν ρέκβιεμ... Σαν ζόρι… Σαν φυτίλι...

Η κηδεία του Νικόλα, έγινε το απόγευμα της Παρασκευής 18 Μαρτίου 1988 στο νεκροταφείο της Καλλιθέας στη Νέα Σμύρνη, παρουσία 200 περίπου ατόμων, σε μια εξαιρετικά φορτισμένη ατμόσφαιρα:
- "Παιδιά να μην αφήσουμε να τον πάρουν τον Νικόλα τα 'κοράκια'..."
- "Δεν ήξερα, αγόρι μου, ότι είχες τόσους φίλους..."
- "Θα μας λείψεις, αλλά να είσαι σίγουρος ότι η ευαισθησία και η ανθρωπιά
δε θα λείψει..."
- "Λέγανε ότι ήσουν απροσάρμοστος, μα εμείς ξέραμε ότι ήσουν ευαίσθητος..."
- "Νικόλα, γεια σου, σ' αγαπάμε..."
Από το κασετόφωνο του Στέλιου Λογοθέτη ακούγεται για λίγο "Ο Μηχανισμός" σαν ύστατο χαίρε τιμής, ενώ στο μνήμα παραμένουν μέχρι που σκοτεινιάζει λίγοι φίλοι, παίζοντας κιθάρα και τραγουδώντας:
"...Πα να κάνεις άλλη μια ζα...ζα...ζα...ζαβολιά…"

Τα έξοδα της κηδείας ανάλαβε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, φροντίζοντας λίγο καιρό αργότερα να τοποθετηθεί μία μαρμάρινη επιτύμβια στήλη αναγράφοντας τους στίχους του "Μπαγάσα".
Εντύπωση προκαλεί η ενασχόληση των μέσων ενημέρωσης με την αυτοκτονία, ενώ οι περισσότεροι δημοσιογράφοι ως αντικειμενικοί (όπως πάντα) κριτές κι επικριτές στολίζουν τα άρθρα τους με αρκετές ανακρίβειες, λάθη και καταδίκες.

Στο "Χώρο Προετοιμασίας", το μαγαζάκι στην Καλλιδρομίου 55, που αυτοκτόνησε ο Νικόλας, βρέθηκε από την αστυνομία ένα πρόχειρο αρχείο με δημοσιεύματα που τον αφορούσαν, αρκετές φωτογραφίες, χρηματικό ποσό, 3 κασέτες με πρόχειρες ηχογραφήσεις (μεταξύ τους και 6 ανέκδοτα τραγούδια), στίχοι και κείμενα.
Βρέθηκαν επίσης, οι πολυκάναλες μαγνητοταινίες που περιλαμβάνουν τις ηχογραφήσεις της περιόδου 1985-88, που έγιναν στο στούντιο "DIVA".
Ακόμη, βρέθηκαν τα 6 τελευταία χειρόγραφα σημειώματα του Νικόλα, στα οποία εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία.
Παραθέτει επίσης οδηγίες για διάφορες εκκρεμότητες που αφήνει πίσω του και κάποια μηνύματα: "Θάψτε με κάπου αν γίνεται ήσυχα ή καλύτερα κάψτε με και σκορπίστε με".
Η αστυνομία βρήκε οκτώ χειρόγραφα αλλά μόνο έξι από αυτά φαίνεται να έγραψε ο Νικόλας.
Όσον αφορά τα επιπρόσθετα δύο χειρόγραφα το ένα είναι γραμμένο από την Λίτσα Περράκη και το άλλο είναι αμφιβόλου πατρότητας καθότι ο γραφικός χαρακτήρας διαφέρει από αυτόν του Άσιμου.

Το Φεβρουάριο του 1989 κυκλοφορεί ο πρώτος μεταθανάτιος δίσκος του Νικόλα, "Το Φανάρι του Διογένη", με τη συμμετοχή της Σωτηρίας Λεονάρδου.
Ο δίσκος είναι βασισμένος στην "Παράνομη Κασέτα Νο 000008 - Στο Φανάρι του Διογένη" και τα τραγούδια κυκλοφορούν με καινούργια μείξη. Την επιμέλεια είχαν οι Δημήτρης Τραντάλης και Θύμιος Παπαδόπουλος, ενώ για την κυκλοφορία του δίσκου μεσολάβησε ο Β. Παπακωνσταντίνου παραμένοντας διακριτικά σε απόσταση. Παρόλη την αγάπη και τη συνολική δουλειά που συνοδεύει την κυκλοφορία αυτού του δίσκου, η αλήθεια είναι ότι έγιναν σοβαρές αλλοιώσεις σε μερικά από τα τραγούδια.

Στις 25 Ιουλίου 1989, καθορίστηκαν τα μεταθανάτια πνευματικά δικαιώματα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ορίζοντας ως κληρονόμους τους γονείς του, Λάζαρο και Μαρία Ασημόπουλου (50%) και την κόρη του Λίλιαν Χαριτάκη-Άσιμου (50%).
Στα 1989, ο κρατικός ραδιοφωνικός σταθμός της Γερμανίας "WDR", αφιερώνει στα πλαίσια του προγράμματος "Οι Αιρετικοί του Κόσμου", μία τρίωρη εκπομπή για τον Άσιμο.

Τα λείψανα του Άσιμου μεταφέρονται τελικά στη γενέτειρά του Κοζάνη το 1992 και φυλάσσονται έκτοτε στο οστεοφυλάκιο του κοιμητηρίου της πόλης.
Επίσης στην Κοζάνη έχει μεταφερθεί και εντοιχιστεί σε μία γωνιά μέσα στο κοιμητήριο και η επιτύμβια πλάκα με τους στίχους του "Μπαγάσα".

Το 1992, κυκλοφορεί ο δεύτερος μεταθανάτιος δίσκος του Νικόλα, "Στο Φαλημέντο του Κόσμου - Γιουσουρούμ", αυτή τη φορά με τη συμμετοχή του Β. Παπακωνσταντίνου.
Την παραγωγή ανέλαβε ο Γιώργος Ψωμόπουλος και την ενορχήστρωση ο Χριστόφορος Κροκίδης. Αποτέλεσμα, τα τραγούδια να έχουν μεν φρεσκάδα αλλά να απέχουν από το πνεύμα που χαρακτηρίζει τον Νικόλα Άσιμο.
Στα 1997, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου στον δίσκο "Πες μου ένα ψέμα ν' αποκοιμηθώ", ερμηνεύει 5 τραγούδια του Νικόλα.
Από το 1998 κιόλας ξεκινάει η προσπάθεια παρουσίασης του Νικόλα μέσα από το ίντερνετ. Αισίως μπήκαμε στο 2002 και ο δρόμος συνεχίζεται...
Από τις εκδόσεις "Σιγαρέτα" κυκλοφορεί στα 1999 το βιβλίο του Δημήτρη Μπαγέρη "Ο διάσημος Νικόλας Άσιμος". Είναι μια μικρή έκδοση που περιέχει βασικά κάποιο αρχειακό υλικό για τον Άσιμο και σκέψεις του συγγραφέα.

Αρχές του 2000 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Νέα Σύνορα - Λιβάνη", ο βιογραφικός θησαυρός: "Γιώργου Ι. Αλλαμανή "Δίχως Καβάτζα Καμιά - Βίος και Πολιτεία του Νικόλα Άσιμου".
Το βιβλίο αυτό αποτελεί την καλύτερη βιογραφία Έλληνα καλλιτέχνη που κυκλοφόρησε ποτέ.
Τέλος τον Απρίλιο του 2000 κυκλοφορεί και "επίσημα" πλέον, σε μια καλαίσθητη έκδοση σχετικά
κοντά στο πρωτότυπο (με ατυχή στιγμή το εξώφυλλο), από τις εκδόσεις "Βιβλιοπέλαγος",
το βιβλίο του Νικόλα Άσιμου "Αναζητώντας Κροκανθρώπους", σε επιμέλεια Μιχαήλ Πρωτοψάλτη.


"Δεν υπάρχει σύμπαν
Υπάρχουν μόνο στιγμές
Συμπαντικές στιγμές
Αν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις..."


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου