Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

βαριά ρωσική προφορά

Η αμηχανία
Μεγάλη Παρασκευή πρωί κατεβαίνω στο χωριό και φτάνοντας στα διόδια (μη ρωτήσεις ποιά, είναι πλέον πάρα πολλά), διακρίνω κόσμο και σημαίες μπροστά από κάθε κουβούκλιο. Συνήθως είναι διαφημιστικά αυτά που μοιράζονται και δε δίνω σημασία. Πλησιάζοντας όμως, διαπιστώνω ότι έχουν τοποθετηθεί ελληνικές σημαίες παντού. Μπροστά από κάθε διάδρομο στέκονται δυο τρεις τύποι και μοιράζουν “στόχο”. Πρόκειται για μια κίνηση της Χ.Α. Παγώνω λίγο γιατί παρατηρώ ότι δεν υπάρχουν περίεργοι με ξυρισμένα κεφάλια, γυαλισμένα μάτια και άλλα παρόμοια. Είναι κανονικοί άνθρωποι, εικοσάρηδες, τριαντάρηδες, ντυμένοι κανονικά και μοιράζουν εφημερίδες της χα. Ψελλίζω ένα όχι, ευχαριστώ. Συνέρχομαι μετά από κανένα δεκάλεπτο όταν το cd παίζει το ερωτικό του Πανούση.


Η βαρβαρότητα
Πριν πιεις καφέ, το ραδιόφωνο λέει ότι δολοφονήθηκε  ένας άνδρας την ώρα που ετοιμαζόταν να μεταφέρει την ετοιμόγεννη γυναίκα του στο μαιευτήριο. Ο καφές έχει περίεργη γεύση και ανεβαίνει ξανά στον ουρανίσκο, αφού ειδικά σήμερα, τυχαίνει να πρέπει εξαιτίας της δουλειάς να περάσω σε λίγο, πολύ κοντά απ’ το ίδιο εκείνο σημείο. Πλησιάζοντας εκεί, σφίγγω την τσάντα που κρατάω και ελέγχω τις τσέπες του σακακιού αν είναι ακόμη γεμάτες μετά το συνωστισμό του μετρό. Κοιτάζω περίεργα όσους περπατάνε προς το μέρος μου ή όσους βαδίζουν λίγο πιο γρήγορα. Είμαι ξένος σε μια εμπόλεμη ζώνη, μετράω τους ζητιάνους στα πεζοδρόμια και αναλογίζομαι άγνωστους νεκρούς. Πώς να ζήσεις έτσι;
Στο λεωφορείο δεν ξέρεις τι να σκεφτείς. Πηγαίνοντας, στην πλατεία Βικτωρίας, μπαίνει γέρος, εμφανώς ενοχλημένος. Μονολογεί, μάλλον δυνατά. «Διώξτους πια, γεμίσαμε αραπάδες. Σαβούρες». Μου κάνει εντύπωση η λέξη σαβούρες. Επίσης μου κάνει εντύπωση ότι το κορίτσι δίπλα μου, που χωρίς αμφιβολία συγκαταλέγεται στους αραπάδες, δεν αντιδρά καθόλου. Ούτε γκριμάτσα, ούτε κίνηση, ούτε κουβέντα. Αναρωτιέμαι αν δεν ξέρει ελληνικά ή αν αλήθεια αδιαφορεί ή αν απλά προσποιείται την ατάραχη.
Στο λεωφορείο δεν ξέρεις τι να σκεφτείς. Επιστρέφοντας, στην Πατησίων κάπου στο ύψος της ΑΣΟΕΕ, μπαίνει πολύς κόσμος. Ηλικιωμένος κύριος σπρώχνοντας και παρασύροντας, προλαβαίνει στο νήμα γυναίκα την οποία τοποθετώ γύρω στα σαράντα. Παρόλο που την έχει απωθήσει από πίσω και ενώ εκείνη δεν τον είχε δει, προκειμένου να πιάσει τη θέση, μουρμουρίζει κάτι για έλλειψη σεβασμού. Η γυναίκα το καταλαβαίνει κι ενώ στην αρχή δεν λέει τίποτα, το συνεχιζόμενο σιγανό μουρμουρητό του κυρίου δεν την αφήνει να ηρεμήσει. Ανοίγει το στόμα της και η φωνή βγαίνει όπως ο ήχος του κινητού όταν το έχεις στην επιλογή αυξανόμενη ένταση. «Καλά δεν ντρέπεσαι λίγο. Είπαμε σεβασμό στην ηλικία, αλλά όχι και τέτοια αγένεια. Όχι τέτοια συμπεριφορά. Και με σπρώχνεις και μιλάς. Γιατί δε μου ζητάς να καθίσεις, αφού δεν μπορείς να στέκεσαι όρθιος; Δε θα σου έδινα τη θέση; Παρά σπρώχνεις και μιλάς κιόλας». Τώρα πια η γυναίκα ξελαρυγγιάζεται. Αλλά κι αυτός απαντάει φωνάζοντας εξίσου: «Εγώ να ντραπώ; Εσύ να ντραπείς. Μεγάλος άνθρωπος και θα μ’ άφηνες όρθιο». Στα ακουστικά οι black pistol fire (νομίζω) είναι στο 29 (με τέρμα το 30) και όμως ίσα που ακούγονται. Οι φωνές συνεχίζονται μέσα στο λεωφορείο που εκείνη τη στιγμή διασχίζει την Πατησίων, όχι και τόσο μακριά απ’ την οδό Ηπείρου. Ξαφνικά, η γυναίκα μπροστά μου βγάζει τα δικά της ακουστικά, και βάζει μια φωνή ακόμη πιο δυνατή: «Σταματήστε επιτέλους. Είστε καλά; Υπάρχουν κι άλλοι στο λεωφορείο. Έλεος πια. Θα σκοτωθούμε κιόλας δηλαδή;». Σταματάνε. Ξαναβάζει τα ακουστικά.
Αν έλεγε και κάτι αστείο, αν προσέθετε πχ. ένα «αγάπη ρε μουνιά» στο τέλος της φράσης της, το ορκίζομαι θα της έδινα ένα φιλί εκεί, έτσι όπως στεκόμασταν στριμωγμένοι, εκνευρισμένοι και με τον κόμπο στο στομάχι. Δεν το έκανα, αλλά έτσι κι αλλιώς, για μια στιγμή, σκέφτηκα ότι αυτή η γυναίκα ακριβώς μπροστά μου, ήταν – στα σοβαρά – μια ηρωίδα. Ένας υπέροχος άνθρωπος που σταμάτησε με μια μόνο φωνή ένα μακελειό. Η ενέργειά της αμέσως, πήρε μέσα μου ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Έμοιαζε να δείχνει με θαυμαστή ακρίβεια, μέσα σε λίγα μόνο δευτερόλεπτα, ποιο είναι το καθήκον μας. Να σταματήσουμε το μακελειό, να συγκρατήσουμε τη λύσσα, να βάλουμε μια φωνή που θα ξεκαθαρίζει τα πάντα εδώ και τώρα. Η φωνή της, ήταν για μένα μια καθαρή πολιτική πράξη. Ήταν η δήλωση ότι δε θα μας φάει η μαύρη τρύπα. Το «έλεος» που φώναξε το άκουσα και λίγο αλλιώς.
ή το αντίδοτο
Για καιρό μ’ άρεσε να λέω ότι δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα, απ’ το να βρίσκεις αντίδοτο στον κυνισμό. Αρκεί ας πούμε να ανοίξεις ένα οποιοδήποτε βιβλίο του Λακαριέρ ή του Βακαλόπουλου.
Κάτι αντίστοιχο ένιωσα, όταν είδα τις προάλλες το Io sono lamore. Σ’ αυτή την κατά τ’ άλλα μέτρια ταινία, υπάρχει ένα μαγικό δεκάλεπτο (ίσως και λίγο περισσότερο). Σ’ αυτό παρακολουθούμε την Tilda Swinton και τον Edoardo Gabbriellini, ξαφνικούς εραστές κάπου στην εξοχή. Σ’ όλη την ταινία χορταίνουμε χρυσά κοσμήματα, ακριβά φορέματα, επαύλεις και εξεζητημένα δείπνα. Σ’ αυτό το δεκάλεπτο όμως, βλέπουμε ανάκατα κουνημένα κοντινά από σφήκες, μίσχους, βυζιά, πόδια, μαλλιά, βουνοκορφές, λουλούδια, δάχτυλα, κοιλιές, γλώσσες, χώμα. Η Tilda Swinton, Ρωσίδα που παντρεύτηκε τον πλούσιο Ιταλό και ζει την υπέροχη ζωή, βρίσκει τον εαυτό της, τη Ρωσία μέσα της, στη μέση του πουθενά, στην κορυφή του βουνού, στη σούπα της μάνας της, στη βαριά προφορά, στο πάθος που ξαπλώνει πάνω σε αγκάθια και χόρτα. Η προηγούμενη ζωή, η πλούσια, η γεμάτη παρέες και δεξιώσεις, χρήματα και μαλλιά κομμωτηρίου, είναι απλά ένα φορτίο. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο μοιάζουν εξαιρετικές οι σκηνές, στις οποίες η οικονόμος βγάζει με ιδιαίτερες κινήσεις, σαν ιεροτελεστία, τα δαχτυλίδια, τις γόβες, το κολιέ της T. Swinton. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται στην αρχή του δεκάλεπτου, όταν λίγο πριν ο ένας καταβροχθίσει το σώμα του άλλου, ο άντρας αναλαμβάνει να απογυμνώσει απ’ το φορτίου του κόσμου τη γυναίκα.
Η Tilda Swinton δείχνει το δρόμο, όχι βέβαια απαρνούμενη τα πλούτη, αλλά ξαναβρίσκοντας τη χαμένη Ρωσία. Ανακαλύπτοντας ξανά την σαρκική επαφή, την αμήχανη επιθυμία. Αφήνοντας το κορμί γυμνό, μπας και  ξανασυστηθεί με τον αληθινό κόσμο. Δίνοντας στον E.G. το ψαλίδι που της κόβει με μιας, τα νεκρά από λακ μαλλιά.
Κάπως έτσι, η ζωή σπαρταριστή, παθιασμένη και γεμάτη μελανιές του έρωτα κοιτάζει ευθεία στο βάθος τις βουνοκορφές κάπου στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Αρκαδία, τον Υμηττό. Κάπως έτσι, η ζωή επιτέλους βρίσκει τη μητρική της γλώσσα, τη βαριά ρώσικη προφορά.
Να, σαν κι εμάς που βρίσκουμε σιγά σιγά τη μητρική μας γλώσσα. Αυτή που υπερασπίζεται την μετανάστρια στο λεωφορείο, τη γυναίκα απ’ τον ξινό γέρο, τον άντρα που απλά θέλει να πάει τη γυναίκα του στο μαιευτήριο. Η μητρική μας γλώσσα. Αυτή που μιλούσε σήμερα το απόγευμα ο Νεντίμ απ’ το Πακιστάν, όταν μου έσφιξε το χέρι πέντε κι έξι φορές επειδή του έδωσα πέντε παραπάνω γαμημένα ευρώ, που έπλυνε το αμάξι. Η μητρική γλώσσα. Αυτή, που μου επιτρέπει ακόμη να νιώθω ντροπή. Αυτή που κάπου κάπου, πνέει σαν δροσερό αεράκι στον Ταΰγετο, τον Πάρνωνα, το κέντρο της Αθήνας και τα στενά των Πετραλώνων.

το Βυτιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου