Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Αυτοί ή εμείς;

του Σπύρου Μαρκέτου

Ο Σπύρος Μαρκέτος  συμμετέχει σήμερα, Κυριακή 8 Ιούλη, στην κεντρική εκδήλωση του 16ου αντιρατσιστικού φεστιβάλ στην Αθήνα, με τίτλο : Ρατσιστική και φασιστική βία: προκλήσεις και προοπτικές του αντιφασισμού στην Ελλάδα και την Ευρώπη, μαζί με τους Μπερνάρ Σμιτ και Έντβιν Μοντάρι, με συντονιστή τον Θανάση Κούρκουλα. Το παρακάτω κείμενο παρουσιάζει σκέψεις που θα κατατεθούν στην εκδήλωση  

Φωτογραφία από εκδήλωση στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ

Αυτοί ή εμείς;
 Η εκλογική απογείωση της Χρυσής Αυγής προκάλεσε, ακατανόητα, έκπληξη. Πώς εμφανίστηκε και πού πηγαίνει το νεοναζιστικό κόμμα, που μέσα σε μερικούς μήνες πέρασε από το 0,3 στο 7%; Εκφράζει πρόσκαιρες εθνικές παραξενιές, ή αποτυπώνει μια πανευρωπαϊκή τάση; Ήρθε για να μείνει; Μια σύντομη απάντηση στο τελευταίο ερώτημα θα ήταν πως μεγάλο μέρος από αυτές τις ψήφους είναι ψήφοι διαμαρτυρίας, δεν είναι τυχαίο όμως ότι δόθηκαν σ’ ένα φασιστικό κόμμα, και αν η αριστερά δεν κινητοποιηθεί εγκαίρως θα βρεθεί αντιμέτωπη μ’ ένα αληθινό φασιστικό κίνημα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.


Για να καταλάβουμε γιατί ήρθε στο προσκήνιο ο φασισμός πρέπει πρώτα πρώτα να κοιτάξουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε. Όλες τις προηγούμενες δεκαετίες οι προσπάθειες των διάφορων Μιχαλολιάκων δεν είχαν φέρει αποτέλεσμα. Σήμερα βρήκαν απήχηση επειδή η πραγματικότητα προσώρας τους ευνοεί. Είναι πλέον χρήσιμοι στους ισχυρούς. Το πλέγμα εξουσίας στη χώρα μας εξαπέλυσε έναν αμείλικτο κοινωνικό πόλεμο. Ξέροντας ότι δεν μπορεί να κερδίσει σε συνθήκες δημοκρατίας, στήνει ένα μαζικό κίνημα, τη Χρυσή Αυγή, για να συντρίψει την αριστερά, την οποία δεν μπορεί να νικήσει το επίσημο κράτος. Οι γραβατωμένοι εγκληματίες που μας κυβερνούν σήμερα κάνοντας τα αντίθετα απ’ όσα υπόσχονταν χτες, οι ίδιοι που μέσα σε μια βδομάδα ξέχασαν την πολυδιαφημισμένη αναδιαπραγμάτευση του Μνημόνιου, φοβούνται ότι θα τούς διώξει ο δρόμος, και θέλουν τους χρυσαυγίτες ανάμεσα στον λαό και τα ελικόπτερα.

Ποιά είναι η ευρύτερη εικόνα, η ιστορική προοπτική της τραγωδίας που ζούμε; Με πρόσχημα το χρέος,[1] μεγάλες καπιταλιστικές εταιρείες αρπάζουν τον εθνικό πλούτο, δηλαδή όλα όσα έφτιαξαν γενιές και γενιές προγόνων μας, τις δημόσιες επιχειρήσεις, τις υποδομές και τους φυσικούς πόρους της χώρας. Συνάμα ισοπεδώνουν το κόστος της εργασίας, καταστρέφουν τις συντάξεις και τους στοιχειώδεις θεσμούς πρόνοιας που είχαν φτιαχτεί ως τώρα, κλείνουν σχολεία και νοσοκομεία, ξεπουλούν λιμάνια και διαλύουν πανεπιστήμια. Θέλουν στο εξής να εργαζόμαστε, όσες και όσοι δεν μεταναστεύσουμε αλλού, με μισθούς πείνας, ώστε οι ίδιες ν’ αποσπούν μεγαλύτερα κέρδη από την εκμετάλλευση του πλούτου που ως τώρα ήταν όλων μας, αλλά τώρα τον θέλουν δικό τους. Κάνοντάς μας φτωχούς γίνονται πλουσιότεροι, και το καπιταλιστικό σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί.

Οι ίδιες εταιρείες, με τους ίδιους πάντοτε καθοδηγητές -ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ένωση, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα- έχουν φέρει την ίδια κόλαση σε δεκάδες χώρες από τη δεκαετία του 1980 ως τώρα. Στη δική τους γλώσσα, την ονομάζουν ‘δομική προσαρμογή’.[2]  Με μαρξιστικούς όρους, προωθούν την πρωταρχική συσσώρευση, δηλαδή μια μορφή ληστρικής απόσπασης κεφαλαίου, ώστε να μειωθεί το κόστος της εργασίας και τελικά, αυτό ελπίζουν, να ξαναγίνει κερδοφόρος ο καπιταλισμός.[3] Ουσιαστικά προσπαθούν να δώσουν απάντηση στην κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, η οποία σοβεί από τη δεκαετία του 1970. Αλλού επιβάλλουν το σχέδιό τους, αλλού αποτυχαίνουν. Στοχαστές του διαμετρήματος του Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν και του Ντέηβιντ Χάρβεϋ εκτιμούν πως τελικά, συνολικά, θα αποτύχουν.[4] Για να πάρουν τη χώρα μας, όπου ο λαός αντιστέκεται, χρειάζονται τη βοήθεια του φασισμού. Ενός μαζικού κινήματος δηλαδή, που κλέβει τις οργανωτικές τεχνικές της αριστεράς και χρησιμοποιεί διαστρεβλωμένα τα συνθήματά της, προσπαθώντας να διασπάσει το λαό και να σώσει τον καπιταλισμό.

Στις συνθήκες αυτές, της πρωταρχικής συσσώρευσης, κάποιοι που φοβούνται να συγκρουστούν με τους ισχυρούς, κι επομένως δεν έλκονται από την αριστερά, εκτιμούν ότι θα διασωθούν κανιβαλίζοντας τους πιο αδύνατους. Αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να στηρίξουν τον φασισμό. Όχι πάντοτε· μόνον όσο θεωρούν πως τούτη η πολιτική επιλογή του κανιβαλισμού δεν έχει προσωπικό κόστος. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό για τους φασίστες να δείχνουν πάντοτε πως προστατεύονται από το κράτος, πως χτυπούν όποιον θέλουν, και γενικά πως έχουν δύναμη στον δημόσιο χώρο. Όσο η αριστερά τους αφήνει να προβάλλουν τούτη την εικόνα, χάνει. Αν κινητοποιήσει εγκαίρως τον κόσμο εναντίον τους, και τους διώξει από το δρόμο, κερδίζει. Το παιχνιδι λοιπόν δεν παίζεται στο επίπεδο των ιδεών, αφού ο φασισμός δεν στηρίζεται σε ιδέες, αλλά στη μαζική κινητοποίηση και στο δρόμο, ή και στον έλεγχο του κράτους τελικά. Αυτό και μόνον αυτό διδάσκει η ιστορική εμπειρία· αν κανείς έχει υπόψη του έστω κι ένα αντίθετο παράδειγμα, ας το καταθέσει.

Γιατί ανέβηκε η Χρυσή Αυγή;
Διαψεύδοντας τους ευσεβείς πόθους κάποιων αριστερών, οι ναζιστές ενισχύθηκαν από την είσοδό τους στη βουλή. Διατηρώντας το ποσοστό τους στις εκλογές του Ιούνη, έδειξαν πως δεν είναι παροδικό φαινόμενο και δεν θα εγκαταλείψουν την πολιτική σκηνή χωρίς μάχη. Αντίθετα από το Λάος, δηλαδή το κόμμα που πρώτο νομιμοποίησε την έκφραση φασιστικών συναισθημάτων και συνθημάτων, αλλά βούλιαξε άδοξα στις φετινές εκλογές, η Χρυσή Αυγή έχει σαφή κοινωνική βάση. Εξαπλωμένη σ’ όλες τις εκλογικές περιφέρεις της χώρας, αλλά έχοντας ιδιαίτερο βάρος στα παραδοσιακά κάστρα της δεξιάς, προτιμήθηκε κατεξοχήν από άντρες. Πρόκειται κυρίως για εργοδότες και μικροϊδιοκτήτες, ανειδίκευτους και άνεργους, καθώς και μέλη των σωμάτων ασφαλείας. Από την άλλη πλευρά οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι εργάτες, υποαντιπροσωπεύονται ανάμεσα στους ψηφοφόρους της.[5]

 Οι ηλικίες στις οποίες βρίσκει σημαντικότερη στήριξη είναι από 25 ως 34 χρονών, ενώ στους μεγαλύτερους τα ποσοστά της μειώνονται βαθμιαία. Υστερεί όμως στο κομάτι του πληθυσμού από 18 ως 24 χρονών,[6] πράγμα που δείχνει ότι η εξέγερση του Δεκέμβρη έστρεψε τη νεολαία αριστερά και όχι δεξιά. Με δυο λόγια, η Χρυσή Αυγή προσελκύει κυρίως μεσαία και λαϊκά στρώματα που, όταν τα όνειρά τους συντρίφθηκαν από την οικονομική κρίση, στράφηκαν στην άκρα δεξιά. Βοήθησε εδώ η καταιγιστική προπαγάνδα των μέσων ενημέρωσης, ενάντια στην οποία, με ευθύνη όλων μας, ελάχιστα αντισώματα δημιούργησαν η δημόσια κουλτούρα και η σχολική παιδεία.

Φταίνε λοιπόν τα μήντια για την άνοδο του φασισμού; Με τρεις λέξεις, ναι, μεταξύ άλλων. Η ιδιωτική τηλεόραση, αλλά και το ραδιόφωνο, στα χέρια μικρών Μπερλουσκόνι και χωρίς καμιά δημοκρατική εποπτεία, αρδεύουν δεκαετίες τώρα τον κοινό νου με έναν βόρβορο ανεξέλεγκτου ρατσισμού, υστερικού εθνοκεντρισμού, ωμού σεξισμού, αντιμεταναστευτικού μίσους, οικονομικής τρομοκρατίας και καθαρής παράνοιας.[7] Ήδη προσπαθούν να παρουσιάσουν την ηγεσία της Χρυσής Αυγής σαν κανονικούς και ομαλούς ανθρώπους, όταν δεν τους μεταμορφώνουν σε τηλεπερσόνες και δεν τους αναγορεύουν είδωλα του λάιφσταϊλ. Σπάνια συζητούν τα βίαια εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται οι χρυσαυγίτες, ενώ ποτέ δεν δίνουνε το λόγο στα θύματά τους. Σε μια ευνομούμενη χώρα, καναλάρχες και δημοσιογράφοι θα είχαν προ πολλού κληθεί να λογοδοτήσουν για τις απροκάλυπτες επιθέσεις που εξαπολύουν ενάντια στην ελευθερία, τη δημοκρατία, κι εντέλει την ανθρωπιά. Στην Ελλάδα του Μνημόνιου επιδοτούνται από το κράτος για να εγκωμιάζουν συστηματικά μαχαιροβγάλτες και να τροφοδοτούν τον ναζισμό.

Οι μεγάλες εφημερίδες, πάλι, δεν κρατούν καλύτερη στάση. Προβάλλουν κάθε τι που μπορεί να ενισχύσει το αντιμεταναστευτικό μίσος, ενώ κρατούν κρυφές όλες εκείνες τις όψεις της πραγματικότητας που ανατρέπουν τα ρατσιστικά στερεότυπα. Για παράδειγμα, ο Συνήγορος του Πολίτη παρατηρεί φέτος έκρηξη των κρουσμάτων ρατσιστικής βίας, ενώ το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας καταγράφει εκατοντάδες τέτοια μόνο στην Αθήνα τους τελευταίους μήνες.[8] Είδατε τίποτε για όλα αυτά στον τύπο; Πολλές από τις ίδιες εφημερίδες -το Βήμα και τα Νέα, η Βραδυνή και η Εστία- στο μεσοπόλεμο εκθείαζαν συστηματικά τον Μουσσολίνι, συχνά και τον Χίτλερ. Τυχαίο; Ίσως όχι.

Οι φασίστες δεν πολλαπλασιάστηκαν έξαφνα στην Ελλάδα του 2012. Μάλλον, τα συνθήματα και οι αξίες της άκρας δεξιάς διαπότισαν βαθμιαία τη συνείδηση πολλών τα τελευταία είκοσι χρόνια, ώσπου άρχισαν να τούς μοιάζουν σαν ‘φυσικά’. Με την ασταμάτητη πλύση εγκεφάλου ένα έθνος μεταναστών, που αισθάνθηκε ότι είχε ανέβει και κάποια σκαλιά στην παγκόσμια ιεραρχία, έγινε μεταναστοφοβικό. Όταν τελικά οι πολιτικοί και οικονομικοί ιθύνοντες χρεωκόπησαν τη χώρα, και η Τρόικα επέβαλε τη βίαιη πτώχευση του λαού, εξαπλώθηκαν αισθήματα εθνικής καταδίωξης και ταπείνωσης, εικόνες παρακμής και θυματοποίησης. Όλα αυτά διευκολύνουν την άνοδο του φασισμού, όπως μας εξηγεί παραστατικά ο αμερικανός ιστορικός Ρόμπερτ Πάξτον στην εκπληκτική Ανατομία του φασισμού, ένα βιβλίο που αξίζει οπωσδήποτε να διαβαστεί.[9]

Το δημοσκοπικό άλμα του φασισμού έγινε τον Νοέμβριο του 2011, όταν η Τρόικα ανέθεσε την κυβέρνηση στη χούντα του τραπεζίτη Παπαδήμου. Την υπουργοποίηση των στελεχών του Λάος υποδέχτηκαν με πανηγυρισμούς οι καπιταλιστές κι ένοχη σιωπή οι καθεστωτικοί διανοούμενοι. Έτσι ξαναδόθηκε πολιτική εξουσία στην παράταξη που είχε αναθρέψει την προηγούμενη εγκληματική χούντα, του 1967-1974, και κατέστρεψε την Κύπρο. Συνάμα δημιουργήθηκε πολιτικό κενό δεξιά των μνημονιακών. Καθώς η κρίση διέβρωσε τα πελατειακά δίκτυα των κυβερνητικών κομμάτων, πολλοί οπαδοί τους ψήφισαν τώρα τους ναζί που διακήρυσσαν πράγματα τα οποία οι παραδοσιακοί πολιτικοί απλώς υπαινίσσονταν. Με απλά λόγια, όταν το Πασόκ και η Νέα Δημοκρατία δεν μπορούσαν πλέον να κάνουν τις βρωμοδουλειές τους, οι φασίζοντες αυτού του τόπου εκδήλωσαν τις αληθινές τους προτιμήσεις.

Είναι ο φασισμός αντισυστημικός;
Πέρα από τα μέσα ενημέρωσης όμως και το ίδιο το κράτος νομιμοποίησε τα συνθήματα και τις πρακτικές του φασισμού. Ακόμη και πριν από την κρίση, υπουργοί του Πασόκ και της Νέας Δημοκρατίας κατηγορούσαν τους ξένους για τα πάντα, απάνθρωπα απέκλειαν την πρόσβαση των μεταναστών στη δημόσια υγεία, κι εφάρμοζαν σε βάρος των τελευταίων κάθε λογής διακρίσεις. Κράτησαν την εθνοκεντρική και συντηρητική εκδοχή της ιστορίας που διδάσκεται στα σχολεία, κι ενθάρρυναν την γκετοποίηση ολόκληρων περιοχών. Η λεγόμενη δικαιοσύνη όσο και τα εκτελεστικά όργανα αρνήθηκαν και αρνούνται να εγγυηθούν το θεμελιώδες δικαίωμα της ασφάλειας σε ντόπιους και ξένους. Ακόμη χειρότερα, πάγια διευκολύνουν και αφήνουν ατιμώρητες τις ρατσιστικές επιθέσεις, η πιο περίοπτη από τις οποίες ήταν ενάντια στην Κωνσταντίνα Κούνεβα.

Ο φασισμός στηρίζει το σύστημα και στηρίζεται από αυτό. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η Χρυσή Αυγή ως οργάνωση επιχείρησε να δολοφονήσει έναν αριστερό ιστορικό,[10] αλλά κανένα μέτρο δεν πάρθηκε εναντίον της. Κανένας εισαγγελέας δεν συγκινήθηκε και κανένας ναζί δεν διώχθηκε για το καλά τεκμηριωμένο πογκρόμ ενάντια στους μετανάστες της Αθήνας, που εκτελέστηκε τον Φεβρουάριο του 2011, αλλά είχε σχεδιαστεί χρόνια νωρίτερα.[11] Εκείνη τη μέρα οι νεοφασίστες έστειλαν σ’ ένα μόνο νοσοκομείο της Αθήνας πενήντα πέντε τραυματίες, από τους οποίους εννέα σοβαρά.[12] Ακολούθησε μια αληθινή Νύχτα των Κρυστάλλων ενάντια στα μικρομάγαζα των ξένων. Και αυτή στα ‘ψιλά’ πέρασε· δεν ασχολήθηκε μαζί της κανένας από εκείνους που μονότονα καταδικάζουν τη βία ‘απ’ όπου και αν προέρχεται’. Τέτοιοι διωγμοί εκφράζουν την άλλοτε υπόρρητη και άλλοτε ρητή πολιτική των μνημονιακών κομμάτων, όχι κάποια περιστασιακή παρέκκλιση. Καλλιεργώντας τον ρατσισμό και τον φασισμό οι ισχυροί διασπούν τους εργαζόμενους και θέτουν ουσιαστικά εκτός νόμου τις εργατικές διεκδικήσεις.

Οι στόχοι και οι πρακτικές της Χρυσής Αυγής εναρμονίζονται λοιπόν με τους στόχους και τις πρακτικές πανίσχυρων θεσμών. Για παράδειγμα, το ίδιο το κράτος ήταν εκείνο που πρώτο δαιμονοποίησε τους μετανάστες και κατάργησε στην πράξη τα δικαιώματά τους. Το ίδιο το κράτος καθιέρωσε τον επαίσχυντο όρο λαθρομετανάστες, που λαθραία θεσπίζει ένα ιδιώνυμο αδίκημα και θέτει εκτός νόμου αδύναμους ανθρώπους οι οποίοι απλώς προσπαθούν να επιβιώσουν, προστατεύοντας όπως μπορούν το απαράγραπτο δικαίωμά τους στην ύπαρξη. Το ίδιο το κράτος αρνήθκε επί δεκαετίες να εφαρμόσει την προστατευτική εργατική νομοθεσία όταν θύματα των παραβιάσεών της ήταν οι μετανάστες, προετοιμάζοντας έτσι την κατάργησή της και για τους ντόπιους μόλις η Τρόικα το ζήτησε.

Δίπλα του η Εκκλησία της Ελλάδος βολικά ξεχνά ότι αυτοαποκαλείται οικουμενική και ότι λαθρομετανάστης ήταν και ο ίδιος ο Ιησούς, αφού έκανε το αμάρτημα να γεννηθεί κάπου όπου δεν είχε βρεθεί νόμιμα. Αρνείται συστηματικά να καταδικάσει μια ακροδεξιά η οποία για να εδραιωθεί στο λαό προβάλλει, σαν ουσιαστικό στοιχείο της ταυτότητάς της, την Ορθοδοξία δίπλα δίπλα με τον ρατσισμό. Νομιμοποιεί έτσι τη Χρυσή Αυγή, που πηρε το ίδιο το όνομά της από τη βρετανική σατανιστική στοά Golden Dawn, όπου μαθήτευσε ο πιο διαβόητος σατανιστής του εικοστού αιώνα, ο Άλισταιρ Κρώουλυ, ή αλλιώς ‘666’. Μητροπολίτες υπερασπίζονται ευθαρσώς κήρυκες της κρυπτείας, ενώ ιερείς αγιάζουν γραφεία όπου σχεδιάζονται μαχαιρώματα μεταναστών. Αφού δεν ζητά το κράτος απ’ όλους αυτούς να δώσουν λόγο, θα έπρεπε τουλάχιστον να τους το απαιτήσει το ποίμνιό τους, που δεν τους ακολουθεί στο δρόμο του φασισμού.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η ευκολία με την οποία δικαιολογούν τις φασιστικές ενέργειες οι συντηρητικοί. Η πρόσφατη βίαιη επίθεση ενάντια σε δυο βουλευτίνες της αριστεράς, μπροστά στον τηλεοπτικό φακό, επιδοκιμάστηκε δημόσια από πολλούς δεξιούς. Ο επικεφαλής της Νέας Δημοκρατίας στη Μακεδονία, Παναγιώτης Ψωμιάδης, έσπευσε να δηλώσει πως η Χρυσή Αυγή είναι ‘αδελφική κεντροδεξιά παράταξη” με το κόμμα του,[13] χωρίς να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις. Τα προνομιούχα στρώματα και οι παραδοσιακοί πολιτικοί βλέπουν ολοένα συχνότερα την ενίσχυση μιας ναζιστικής μαζικής οργάνωσης σαν θεμιτή απάντηση στην άνοδο της αριστεράς. Σε συνθήκες κοινωνικής διάλυσης και οικονομικής ελεύθερης πτώσης όμως το κλείσιμο του ματιού στον φασισμό μπορεί να έχει εκρηκτικές συνέπειες.

Θα ξυπνήσει εγκαίρως η αριστερά;
Η αριστερά, πάλι, υποτίμησε καταστροφικά τη φασιστική απειλή, ελπίζοντας για μυστηριώδεις λόγους, αλλά κυρίως λόγω άγνοιας και αφέλειας, ότι η τελευταία θα εξατμιζόταν από μόνη της. Η πικρή αλήθεια είναι ότι ως χθες ο Σύριζα και το ΚΚΕ δεν είχαν καν φανταστεί το πρόβλημα, αλλά και ως σήμερα δεν επεξεργάστηκαν καμιά στρατηγική για ν’ αποκρουστεί ο φασισμός· μόνον η Ανταρσύα έχει δώσει έμφαση εδώ, αλλά αριθμητικά υστερεί. Ευτυχώς υπάρχουν οι αναρχικοί, οι οποίοι ως τώρα όχι μόνο σηκώνουν το κύριο βάρος της αντιπαράθεσης με τον φασισμό στα συνθήματα, στο διαδίκτυο και στους δρόμους, αλλά και συμβάλλουν με αξιόλογες εκδόσεις στη θεωρητική συζήτηση.[14] Ο Σύριζα ως πρόσφατα θεωρούσε δεδομένη τη δημοκρατική ομαλότητα, ενώ το ΚΚΕ, απορρίπτοντας το ενιαίο μέτωπο εναντίον του φασισμού, μοιάζει αποφασισμένο να επαναλάβει όλα τα σφάλματα των γερμανών κομμουνιστών που επέτρεψαν την άνοδο του Χίτλερ.

Και τα δυο αυτά κόμματα αρνήθηκαν να κινητοποιηθούν, ενώ μπορούσαν και τούς ζητήθηκε, όταν οι χρυσαυγίτες, με την ευγενή χορηγεία των ΜΑΤ, καταλάμβαναν τον Άγιο Παντελεήμονα. Όλα αυτά τα χρόνια απαξίωσαν ακόμη και να καταδικάσουν τη στάση της αστυνομίας και να ζητήσουν ευθύνες από την ηγεσία της, τόσο για την κάλυψη που δίνει στους ναζιστές όσο και για την άρνησή της να εφαρμόσει τον νόμο όταν αυτοί χτυπούν μετανάστες. Μέχρι πολύ πρόσφατα, τα αριστερά μέσα ενημέρωσης σπάνια αναφέρονταν στο πρόβλημα, και οι δημόσιοι διανοούμενοι περί άλλα ετύρβαζαν. Ο χαμένος χρόνος εδώ δεν αναπληρώνεται εύκολα, αλλά μια καλή αρχή θα ήταν αν οι αδιάβαστες ηγεσίες και όλος ο κόσμος της αριστεράς άνοιγαν ένα εύστοχο εγχειρίδιο για τη στρατηγική και τις τακτικές καταπολέμησης του φασισμού, που εκδόθηκε πρόσφατα.[15]

Μέχρι να καταλάβουν τι συμβαίνει οι αριστερές ηγεσίες κινδυνεύουν να κάνουν καταστροφικά λάθη. Οι δυο βουλευτίνες έδειξαν ότι δυστυχώς αγνοούσαν τι είναι και πώς αντιμετωπίζονται οι ναζιστές. Πρώτα πρώτα πήγαν ανόητα να μιλήσουν με τον θεωρητικό της κρυπτείας. Μέσα στην καλή χαρά, χωρίς να υποψιάζονται με ποιόν είχαν να κάνουν και πώς έπρεπε ν’ αυτοπροστατευτούν, όπως περίπου πήγαν πρόσφατα και οι ηγέτες του Συριζα να ‘διαπραγματευτούν’ με τους νονούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ακόμη πιο θλιβερή εικόνα έδωσαν μετά τον δημόσιο ξυλοδαρμό. Η μια πρότεινε ν’ αποσύρει τη μήνυση αν της … ζητούνταν συγγνώμη, λες και είχε προσωπικό καυγαδάκι, ενώ η άλλη δεν κατέθεσε καν μήνυση, αλλά απλώς ψέλλισε ότι η απάντηση θα δοθεί στις κάλπες. Το ΚΚΕ απειλούσε ότι θα έκοβε το χέρι του κινήματος Δεν Πληρώνω, αλλά απέναντι στους φασίστες παριστάνει την κότα και αρνείται να κηρύξει μαζική κινητοποίηση. Στέλνει εισαγγελείς να κυνηγήσουν τα τρολ του διαδίκτυου, αλλά δέχεται με χριστιανική εγκαρτέρηση την ακραία σωματική βία των χρυσαυγιτών. Τονώνει έτσι άραγε τον αυτοσεβασμό, την περηφάνεια ή την αγωνιστική διάθεση της αριστεράς;

Το μήνυμα που πέρασε στην κοινωνία ο ξυλοδαρμός ήταν ότι οι ναζί χτυπούν βουλευτίνες μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου, έπειτα τις μηνύουν, και οι τελευταίες σχεδόν τούς λεν ευχαριστώ. Επικυρώθηκε ο αυτοδιαφημιστικός τους μύθος, ότι είναι δήθεν παντοδύναμοι, και το πανελλήνιο είδε την ηγεσία της αριστεράς ανήμπορη να υπερασπιστεί ακόμη και τον εαυτό της. Η παθητικότητα της Ρένας Δούρου όσο και της Λιάνας Κανέλλη, η οποία έδειξε μεν ανθρώπινα αντανακλαστικά, αλλά πριν από το επεισόδιο χαριεντιζόταν με τον Κασιδιάρη και αμέσως μετά έσπευσε να υποβαθμίσει το ζήτημα, δίνοντας έτσι το χειρότερο δυνατό μήνυμα, ταπείνωσε την αριστερά όσο και τις γυναίκες.

Η απάντηση της κοινωνίας
Ελπίδες δίνουν ωστόσο τα ζωηρά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας. Τους τελευταίους μήνες σε πολλά μέρη ξεπήδησαν από τα κάτω αντιφασιστικές ομάδες και μέτωπα, με ελάχιστη βοήθεια από την επίσημη αριστερά. Αυτό όμως πρέπει να αλλάξει άμεσα. Για παράδειγμα, ο Σύριζα δικαιούται από το κράτος, χάρη στην ψήφο του λαού, επιχορήγηση περίπου δεκαπέντε εκατομμυρίων ευρώ. Μπορεί να τα κρατήσει στα χρηματοκιβώτιά του, ή να τα ‘βάλει’ σε ομόλογα του δημοσίου, αλλά καλύτερα να τα χρησιμοποιήσει για να σταματήσει τα εγκλήματα που ετοιμάζει η Χρυσή Αυγή με τα τρισήμισυ εκατομμύρια που θα εισπράξει και αυτή απ’ όλους μας. Μπορούν και πρέπει να στηθούν, σε κάθε κωμόπολη και σε κάθε γειτονιά, λαϊκές κουζίνες και λαϊκά ιατρεία, ομάδες νομικής στήριξης στα θύματα των τραπεζών και αντιφασιστικά μέτωπα, αντιρατσιστικά φεστιβάλ νεολαίας, αντισυστημικά μπλογκ και κινηματογραφικές λέσχες. Ο κόσμος που θα τα κάνει όλα αυτά υπάρχει· απουσιάζει μέχρι στιγμής μόνον η θέληση των μεγάλων κομμάτων της αριστεράς να τον κινητοποιήσουν.

Ενώ δυστυχώς οι περισσότεροι  δημόσιοι διανοούμενοι σιωπούν, απλοί πολίτες έχουν αναλάβει τον αγώνα της αντιφασιστικής προπαγάνδας φτιάχνοντας ντοκυμανταίρ, γράφοντας στον τύπο και στο διαδίκτυο, οργανώνοντας συζητήσεις και ομάδες. Καθώς η αστυνομία στηρίζει συστηματικά και υποθάλπτει τους φασίστες, ενώ το κράτος και πολλοί πλούσιοι τους επιδοτούν, χρειάζεται επιτέλους να στηθούν οργανώσεις που, ενώνοντας ντόπιους και μετανάστες, θα σταματήσουν τους ναζί στα σχολεία και στους δρόμους, και θα προσφέρουν σ’ όλο τον κόσμο την ασφάλεια την οποία σήμερα το κράτος παρέχει μόνο στους μεγαλόσχημους. Καλύτερα να μη χρειαζόταν αυτό. Καλύτερα να μπορούσαν να νικηθούν οι ναζί μόνο με συζητήσεις. Αλλά δεν βρίσκεται ούτε ένα ιστορικό παράδειγμα ριζωμένου φασισμού που να ηττήθηκε χωρίς σύγκρουση στους δρομούς.[16]

Η βάση για μια πάνδημη κινητοποίηση υπέρ της δημοκρατίας κι ενάντια στον φασισμό υπάρχει. Μετά τις πρώτες εκλογές, αντιφασιστικά συλλαλητήρια, με τη συμμετοχή πολλών χιλιάδων λαού, κάθε ηλικίας κι εθνοτικής προέλευσης, έγιναν στις περισσότερες πόλεις της χώρας. Στη Νίκαια ο λαός, ντόπιοι και πρόσφυγες ενωμένοι, έκλεισε τους ναζί στα γραφεία τους, που προστατεύονταν όπως πάντοτε από τα ΜΑΤ. Τα αντιρατσιστικά φεστιβάλ σημείωσαν φέτος πρωτόγνωρη επιτυχία, και συνήθως περιλάμβαναν και συζητήσεις για τη φασιστική απειλή, ενώ αντιφασιστικές συγκεντρώσεις έγιναν σε μικρές και μεγάλες πόλεις όπως ο Βόλος, η Λάρισα και η Νάουσα.

Συνδιοργανωμένες από συνδικάτα, κοινωνικά κέντρα, ενώσεις μεταναστών, αναρχικές ομάδες και αγωνιστές και αγωνίστριες της αριστεράς, προσέλκυσαν κάθε φορά πολλές εκατοντάδες κόσμου, απ’ όλες τις τάξεις, ηλικίες και πολιτικές παρατάξεις. Συχνά μετατρέπονταν σε γιορτή. Επιζώντες της Κατοχής αφηγούνταν συγκινητικές ιστορίες αντίστασης στον φασισμό, μετανάστες κατέθεταν τις εμπειρίες τους, καθηγητές ανέλυαν στρατηγικές και τακτικές, μπάντες χάλκινων γιόρταζαν τις πολυπολιτισμικές ταυτότητες της κάθε περιοχής, και γκρουπάκια πανκ τραγουδούσαν ύμνους εξέγερσης. Η διάθεση του κόσμου για κινητοποίηση είναι φανερή· απομένει μονάχα να κάνει η αριστερά τα κατάλληλα βήματα για να την αξιοποιήσει.

Η άνοδος του φασισμού στην Ελλάδα της Τρόικας ήταν προβλέψιμη, και πράγματι προβλέφθηκε. Οι παράγοντες που την τροφοδότησαν λειτουργούν και σ’ άλλες κοινωνίες. Καθώς οι χώρες της ευρωζώνης υποκύπτουν, η μια μετά την άλλη, στην κρίση χρέους των τραπεζών που μετατράπηκε σε δημόσιο χρέος, ο φασισμός, ή κάποιο λειτουργικό του ισοδύναμο, επιστρέφει στο προσκήνιο. Η δυναμική του είναι σαφώς μικρότερη απ’ ό,τι στον Μεσοπόλεμο, αλλά μπορεί ξανά να γίνει επικίνδυνος. Αντίθετα από τότε, οι εργαζόμενοι σήμερα δεν είναι νικημένοι, κι έχουν πολύ καλύτερη οργάνωση και μόρφωση. Όταν όμως το κράτος ανέχεται τη δράση των ναζί, τα μέσα ενημέρωσης τους συμπαθούν, η δεξιά αναζητά συμμάχους στους δρόμους, και η αριστερά κοιμάται, έχουμε συνταγή καταστροφής.

Το παιχνίδι της Τρόικας με τη φωτιά στην Ελλάδα παρατράβηξε. Για ν’ απαλλαγούμε από τον φασισμό πρέπει να σταματήσουμε επιτέλους τις παρεμβάσεις της, να διώξουμε τους υποτελείς της που παράνομα κυβερνούν, και να χτίσουμε μια αληθινή δημοκρατία στη χώρα. Αλλά από μόνο του αυτό δεν αρκεί. Πρέπει επίσης να κάνουμε πολλά άλλα πράγματα που η αριστερά παραμέλησε τις τελευταίες δεκαετίες. Να εξηγήσουμε σ’ όλο τον κόσμο για ποιούς λόγους τα συνθήματα των ναζιστών είναι καταστροφικά, να κινητοποιήσουμε επιτέλους τους μαζικούς φορείς εναντίον τους, και ν’ απελευθερώσουμε τους δρόμους από το φόβο. Δεν θα έχουμε πολλές ευκαιρίες. Ή αυτοί ή εμείς.
Ο Σπύρος Μαρκέτος διδάσκει Ιστορία των Ιδεών στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Μια συντομότερη μορφή του άρθρου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Guardian, στις 19 Ιούνη . Ο δεύτερος τόμος του βιβλίου του, ‘Πώς φίλησα τον Μουσσολίνι’. Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού, κυκλοφορεί σύντομα από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα.

[1] Μια ριζοσπαστική προσέγγιση στο επίκαιρο αυτό ζήτημα, η οποία ήδη άνοιξε εξαιρετικά γόνιμη συζήτηση στην αριστερά, έχουμε στη βραβευμένη μελέτη του ιστορικού ανθρωπολόγου David Graeber, Debt. The First 5.000 Years, Mellville House, Νέα Υόρκη 2011.

[2] Τα πολιτικά προβλήματα που προκαλεί η διαχείρισή της βλ. στις μελέτες, στηριγμένες σε συγκριτική εμπειρική έρευνα, του στελέχους του ΟΟΣΑ Christian Morrisson, Adjustment and Equity, Policy Brief No. 1, OECD 1992· και του ίδιου, The Political Feasibility of Adjustment, Policy Brief No. 13, OECD 1996, διαθέσιμες και οι δυο στο διαδίκτυο.

[3] Για τη λειτουργία της πρωταρχικής συσσώρευσης σε ιστορική προοπτική βλ. το εκπληκτικό έργο της Silvia Federici, Caliban and the Witch. Women, Body, and Primitive Accumulation, Autonomedia, Νέα Υόρκη 2004· και στα ελληνικά, Σίλβια Φεντερίτσι, Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα. Γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση, μετάφραση Λία Γυιόκα, Ίρια Γραμμένου, κ.ά.., Εκδόσεις των ξένων, Θεσσαλονίκη 2011. Για το ίδιο ζήτημα, με την έμφαση όμως να πέφτει στον τρέχοντα κύκλο περίφραξης των κοινών αγαθών, βλ. Massimo de Angelis, The Beginning of History. Value Struggles and Global Capital, Pluto Press, Λονδίνο, Ανν Άρμπορ 2007. Ενδιαφέρουσα και η συζήτηση στο Πρακτικά συνεδρίου Communismos. για την έξοδο από τον καπιταλισμό, Θεσσαλονίκη 26-29 Μαϊου 2011, Κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ, Θεσσαλονίκη 2012, και στο διαδίκτυο, http://www.yfanet.net/uploads/book_communismos_inter.pdf

[4]Βλ. πρόχειρα Immanuel Wallerstein, Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας. Εισαγωγή στην ανάλυση κοσμοσυστημάτων, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2009· David Harvey, Το αίνιγμα του κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισμού, μετάφραση Πέτρος Χατζόπουλος, Καστανιώτης, Αθήνα 2011.

[5] Με τη διατύπωση του Χριστόφορου Βερναρδάκη, και μολονότι ψηφίστηκε από το ένα πέμπτο των επιχειρηματιών, δείχνει ‘λαϊκή ταξικότητα’: Χριστόφορος Βερναρδάκης, «Οι εκλογές της 17ης Ιουνίου και οι νέες τομές στο κομματικό σύστημα», στο http://www.vernardakis.gr/uplmed/File/AYGI%2024-6-2012.pdf

[6] Στο ίδιο.

[7] Για το ρόλο τους στην άνοδο του προδρομικού κόμματος της άκρας δεξιάς βλ. Δημήτρης Ψαρράς, Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη, Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής Ακροδεξιάς, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.

[8] Βλ. σχετικά υλικά στην επίσημη ιστοσελίδα της Ύπατης Αρμοστείας ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες,

[9] Robert O. Paxton, The Anatomy of Fascism, Penguin Books, Harmondsworth 2005· και στα ελληνικά, Ρόμπερτ Πάξτον, Η ανατομία του φασισμού, μετάφραση Κατερίνα Χαλμούκου, Κέδρος, Αθήνα 2007.

[10]Με την απόφαση 1167/2012 του Ποινικού Τμήματός του.

[11] Δημήτρης Ψαρράς, «Το πογκρόμ κατά των μεταναστών σχεδιαζόταν ήδη από το 1997», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, φ. της 22ας Μαίου 2011.

[12] Μαρία Ψαρά, «Απειλούν με πογκρόμ τους εργαζόμενους μετανάστες», Έθνος, φ. της 7ης Ιουλίου 2012.

[13] Το σχετικό βίντεο, και η απίστευτη διάψευσή του, εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=fFrTNe5xqZQ

[14] Βλ. ιδίως, από τα πιο πρόσφατα, Sergio Bologna, Ναζισμός και εργατική τάξη. Κρίση, κράτος πρόνοιας και αντιφασιστική βία στη Γερμανία του μεσοπολέμου,  Antifa Scripta, Αθήνα 2011.

 [15] Από τον πολύ καλό βρετανό ιστορικό Colin Sparks, Never Again! Hows and Whys of Stopping Fascism, Bookmarks, Λονδίνο 1980, και στα ελληνικά, Κόλιν Σπαρκς, Ποτέ ξανά!, Κίνηση Απελάστε τον Ρατσισμό, Αθήνα 2011. Η σύντομη αυτή μελέτη αναλύει συγκριτικά δυο μάχες που κέρδισε ο φασισμός, στη Γερμανία και την Ισπανία του 1930, και άλλες δυο που έχασε, στη Βρετανία του 1930 και του 1970-1980. Ένα βασικό της πόρισμα είναι ότι η αριστερά νικά τον φασισμό όταν δεν ακολουθεί πολιτική απομόνωσης (Γερμανία ως το 1933) ούτε εγκαταλείπει την προσπάθεια άμεσου μετασχηματισμού της κοινωνίας (Ισπανία 1936-1939), αλλά σχηματίζει ενιαία μέτωπα και δίνει τη μάχη και στα τρία επίπεδα συγχρόνως, της συνθηματολογίας, της μαζικής κινητοποίησης και του δρόμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου