Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

Ο ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ....Μηπως η ιστορια επαναλαμβανεται;;;

Α.  ΟΙ ΚΑΤΟΧΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

    Τον Απρίλη συμπληρώθηκαν 68 χρόνια από τότε που συγκροτήθηκε η ίτη από τις τρεις κατοχικές κυβερνήσεις της περιόδου 1941 -1944, γνωστές και ως κυβερνήσεις των δωσίλογων. Ως πολιτικό φαινόμενο ήταν πρωτοφανές στην ιστορία της καπιταλιστικής Ελλάδας και όχι μόνο αυτής
    Οι κατοχικές κυβερνήσεις, 
σε συνθήκες σιδερένιας κυριαρχίας στρατευμάτων τριών κρατών (Γερμανίας - Ιταλίας - Βουλγαρίας), αποτελούν ένα από τα κεφάλαια της νεότερης ιστορίας, που η αστική τάξη προτίμησε, να κρατήσει κλειστό, μη τολμώντας να το εισαγάγει στα σχολικά βιβλία ή να το προβάλει στα ποικιλώνυμα δημοσιογραφικά και άλλα έντυπα που κατέχει. Το κεφάλαιο «κυβερνήσεις της Κατοχής» απουσιάζει και από τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές ιστορικού περιεχομένου, ας πέρασαν από τότε περισσότερα από δύο τρίτα του αιώνα. Ο λόγος της απο­σιώπησης είναι προφανής και ισχύει για πολλά ιστορικά γεγονότα που η αστική πολιτική και ιστοριογραφία θεωρούν ταξικά ασύμφορα. Και δεν είναι μόνο ότι τα αποσιωπούν. Το κυριότερο είναι ότι δείχνουν καινά τα αποποιούνται, αν και αυτό αποτελεί μόνο την επίπλαστη επιφάνεια.


   Στη διάρκεια της Δίκης τον δωσίλογων στην Αθήνα, που άρχισε στις 21 του Φλεβάρη 1945 και στην οποία κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορου­μένου πρωτοκλασάτοι των δωσιλογικών κυβερνήσεων, προβλήθηκε η άποψη ότι έπρεπε τα πολιτικά πρόσωπα να αρνηθούν τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση και τη θέση τους να πάρουν δημόσιοι υπάλληλοι με επι­κεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.

  Αν και στις κατοχικές κυβερνήσεις δε συμμετείχαν μόνο άτομα με αμι­γώς πολιτική θητεία, αλλά και στρατιωτικοί και καθηγητές και άλλοι, όσοι υποστήριξαν αυτή την άποψη, στην πραγματικότητα απλώς δημαγωγού­σαν. Επεδίωκαν να αθωώσουν τον αστικό πολιτικό κόσμο και να αποδώ­σουν τη δωσιλογική στάση σε κάποιους επίορκους, ενώ παραγνώριζαν συνειδητά και μόνο στα λόγια τις ανάγκες της εγχώριας πλουτοκρατίας, την οποία υποστήριξαν όλοι οι ηγετικοί παράγοντες του αστικού πολιτικού κόσμου.

Διάφοροι ιστοριογράφοι εμφανίζουν ως παραδοξότητα το γεγονός ότι η αστική τάξη επιδίωξε τότε να εξασφαλίσει τη συνέχεια του κράτους της. αλλά και να ενσωματώσει το κατοχικό στις μεταπολεμικές κρατικές δο­μές

   Καμία παραδοξότητα. Οι αντιθέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στην αστική τάξη της κατοχής και της αστικής τάξης της κατεχόμενης χώρες αμ­βλύνονται μπροστά στην αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Αποδείχτηκε ότι οι αστοί το γνώριζαν αυτό καλύτερα από τον καθένα.
    Και πράγματι, αυτό είναι το ζητούμενο, με βάση αυτό πρέπει να δια­μορφώνεται η πολιτική στρατηγική και θέση και όχι με βάση δευτερεύο­ντα χαρακτηριστικά που αφορούν στη μορφή και που δεν αλλοιώνουν βε­βαίως την ταξική ουσία του.
    Για παράδειγμα ο Κ. Μανιαδάκης, διαβόητος υφυπουργός Ασφάλειας και δήμιος κατά την 4η Αυγούστου (1936 -1941), υπήρξε και μέλος της κυβέρνησης Τσουδερού, η οποία εγκατέλειψε την Ελλάδα λίγο πριν φτά­σει εδώ ο γερμανικός στρατός. Στη διάρκεια της Κατοχής ο Μανιαδάκης απείχε και κρυβόταν στην Αργεντινή. Μετά τον πόλεμο επέστρεψε στην Ελλάδα και εκλέχτηκε βουλευτής με την ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή.

Τις ανάγκης της εγχώριας πλουτοκρατίας, καθώς και την αμοιβαία ταξι­κή αλληλεγγύη μαζί της, αναγνώριζαν και υλοποιούσαν βεβαίως και οι Γερμανοί κατακτητές. Ο καθηγητής Γιώργος Μαργαρίτης αναφέρει σχε­τικό παράδειγμα:
 
    «Στις 4 Φεβρουαρίου 1943 οι γερμανικές οικονομικές αρχές έριξαν στο Χρηματιστήριο της Αθήνας 48.000 χρυσές λίρες και 1.250.000 χρυσά γαλ­λικά φράγκα. Επρόκειτο για ματωμένο χρυσάφι αρπαγμένο από τις χώρες που κατακτήθηκαν, από τις λεηλασίες και από τις περιουσίες των Εβραί­ων που είχαν σταλεί στα κρεματόρια. Οι ενδιαφερόμενοι δεν ασχολούνταν με το αίμα που έσταζε από αυτόν τον χρυσό. Τα λαμπερά νομίσματα έγι­ναν ανάρπαστα από όλους εκείνους οι οποίοι έβλεπαν να αυγατίζουν τα ει­σοδήματα τους σε δραχμές και επιθυμούσαν διακαώς να μετατρέψουν τα κέρδη τους σε κάτι πιο σταθερό: σε χρυσάφι. Στις28 Φεβρουαρίου, αυτή η δια του χρυσίου αναγνώριση των υπηρεσιών που ο ελληνικός καπιταλι­σμός πρόσφερε στη Νέα Τάξη του ναζισμού επαναλήφθηκε: 63.000χρυ­σές λίρες έπεσαν στην αγορά. Στις 2 Μαρτίου ρίχτηκαν στην αγορά 33.000 ακόμα χρυσές λίρες, την επομένη, στις 3 Μαρτίου, δύο ημέρες πριν από το αιματοκύλισμα της Αθήνας, οι συνεργάτες των Γερμανών αμείφθηκαν δια του τρόπου αυτού με ακόμα 1.700.000 χρυσά γαλλικά φράγκα. Την ώρα που στους δρόμους της πρωτεύουσας οι διαδηλώσεις του ΕΑΜ πνίγονταν στο αίμα από τους κατακτητές και την Αστυνομία, αποτρέποντας την επι­κράτηση της δουλικής εργασίας, μερικοί είχαν άλλου τύπου ασχολίες: Με­τρούσαν το χρυσάφι που οι υπηρεσίες τους στον κατακτητή και η συμμε­τοχή τους στην καταλήστευση της ίδιας τους της χώρας και του λαού της, τους εξασφάλισαν».

   Τελικά οι δωσίλογοι της Κατοχής, αν και παραμένουν κρυφό καμάρι της τάξης τους, ρίχτηκαν στον Καιάδα της ιστορίας από άλλους συναδέλφους τους του αστικού πολιτικού κόσμου. Μάλιστα η ταξική πάλη τα έφερε έτσι -τραγική ειρωνεία- ώστε να μετατραπούν σε κατηγόρους των δωσίλογων εκείνοι που επίσης έπρεπε να καθίσουν στο σκαμνί του κατηγορουμένου, μαζί με τους Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλο, Ράλλη, Κατσιμήτρο και λοιπούς. Όχι βέβαια ότι οι δωσίλογοι κάθισαν πράγματι στο σκαμνί. Οι δίκες των δωσίλογων ήταν δίκες παρωδία.

  Οι δωσίλογοι πρόδωσαν το έθνος, για να το σώσουν, δηλαδή για να σώ­σουν την αστική τάξη και την εξουσία της, που τις ταυτίζουν με τα εθνι­κά συμφέροντα. Και φυσικά δεν τους απασχολούσε καθόλου αν θα το έκα­ναν αυτό με γερμανικά ή με άλλα όπλα, αν δίπλα στην ελληνική σημαία τους κυμάτιζε και η σβάστικα ή όχι, αν οι στολές τους ήταν χρώματος φαι­ού ή ευζωνικές. Συνεργάστηκαν ανοιχτά με τους Γερμανούς και κρυφά με τους Εγγλέζους, έτοιμοι να συνεργαστούν ανοιχτά και με τους τελευταί­ους. Δικτατορικοί στο παρελθόν, όποτε χρειαζόταν, αλλά και κοινοβου­λευτικοί, πάλι όποτε χρειαζόταν. 


  Η κυβέρνηση που σχημάτισε στις 7 Απρίλη του 1943 ο Ιωάννης Δ. Ράλ­λης ήταν η τρίτη στη σειρά κατοχική κυβέρνηση που αναλάμβανε τη «δια­κυβέρνηση» της χώρας με γερμανική εντολή. Είχαν προηγηθεί οι κυβερ­νήσεις του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου (29 Απρίλη 1941-2 Δε­κέμβρη 1942) και του καθηγητή της Ιατρικής Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου (2 Δεκέμβρη 1942 - 6 Απρίλη 1943), τον οποίο όρισε πρωθυπουρ­γό ο Τσολάκογλου.


Ο τελευταίος, από τους πρωτοστάτες της συνθηκολόγησης με το γερ­μανικό στρατό και της παράδοσης της χώρας στους Γερμανούς, τερμάτι­σε τον πρωθυπουργικό βίο του μετά από 18 μήνες. Η αστική τάξη χρεια­ζόταν μία «νέα» κατοχική κυβέρνηση, πιο κατάλληλη και ικανή να «χειριστεί» το λαό. Ο Λογοθετόπουλος δεν εκπλήρωνε τις απαραίτητες προϋποθέσεις και λόγω πολιτικής οξυδέρκειας και λόγω πολιτικής επιρροής. Η επιλογή του ως πρωθυπουργού ήταν αναγκαστική και φανερά μεταβατική λύση. Σύντομα επαναβεβαιώθηκε ότι τη θέση του πρωθυπουργού έπρεπε να καταλάβει πρόσωπο αποφασιστικό, προερχόμενο από τον αστικό πολιτικό κόσμο του κοινοβουλευτισμού, προκειμένου να διευρυνθούν οι συμμαχίες και η κοινωνική βάση της κατοχικής κυβέρνησης.


Αυτα για τοτε....

Βγαλτε εσεις το συμπερασμα
αν οι κατοχικες κυβερνησεις του τοτε και του τωρα 
 εχουν κοινους σκοπους,πρακτικες και μεθοδολογιες....
 

 αναρχογατουλης

1 σχόλιο:

  1. ΑΥΤΑ ΤΑ ΚΑΡΘΑΜΑΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΚΟΥΚΟΥΛΕΣ ΤΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΙΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΕΙΣ ΝΑ ΜΑΣ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΣΤΑ ΔΕΛΤΙΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΤΑΧΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΧΟΝΤΡΑ ΝΑ ΚΟΙΜΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΣ Η ΤΗΛΕΣΑΠΙΛΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή